wig

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwɪg/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/wɪg/ ,USA pronunciation: respelling(wig)

Inflections of 'wig' (v): (⇒ conjugate)
wigs
v 3rd person singular
wigging
v pres p
wigged
v past
wigged
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wig n (artificial hair)περούκα ουσ θηλ
 Steve has started wearing a wig to hide the fact that he's going bald.
 Ο Στιβ άρχισε να φοράει περούκα για να κρύψει το γεγονός ότι ξεκίνησε να κάνει καράφλα.
wig n (judge or barrister's headwear)περούκα ουσ θηλ
 Barristers and judges often remove their wigs when children are giving evidence in court, so as not to intimidate them.
 Όταν καταθέτουν παιδιά στο δικαστήριο, οι δικηγόροι και οι δικαστές βγάζουν συχνά τις περούκες τους για να μην τα τρομάξουν.
wig out vi phrasal US, informal (get upset, behave erratically)τρελαίνομαι ρ αμ
 Stop wigging out. It's not a big deal!
wig out [sb],
wig [sb] out
vtr phrasal sep
US, informal (upset or distress [sb])αναστατώνω ρ μ
 You really wigged me out when you said that.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
wigwag,
wig wag,
wig-wag
vi
(move back and forth)πηγαινοέρχομαι ρ αμ
  κινούμαι πέρα δώθε έκφρ
  (επίσημο)παλινδρομώ ρ αμ
wigwag [sth],
wig wag [sth],
wig-wag wth
vtr
(move [sth] back and forth)κουνάω πέρα-δώθε περίφρ
  ταλαντεύω ρ μ
wigwag,
wig wag,
wig-wag
n
(signal: back-and-forth motion) (με κίνηση πέρα δώθε)σινιάλο ουσ ουδ
  σήμα
wigwag,
wig wag,
wig-wag
n
(device: makes [sth] oscillate)ταλαντωτής ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wig' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [curly, wavy, blond, brunette] wig, wears a wig, put the wig on , περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wig στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «wig».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!