• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
whelp n rare (young animal, esp. dog)κουτάβι ουσ ουδ
  (παλαιό, σπάνιο)σκύμνος ουσ αρσ
 The dog played with her whelps.
whelp n figurative (child, youth) (μικρό παιδί)πιτσιρίκι ουσ ουδ
  μπόμπιρας ουσ αρσ
  (μειωτικό: νεαρός άντρας)αλήτης ουσ αρσ
  παλιόπαιδο ουσ ουδ
 The angry woman told the boy he was an insolent whelp.
whelp vi (dog, etc.: give birth to young)γεννάω, γενώ ρ μ
  κάνω ρ μ
 The elephant whelped following an 18-month gestation.
whelp [sth] vtr (dog, etc.: give birth to)γεννάω, γενώ ρ μ
  κάνω ρ μ
 The greyhound bitch whelped six puppies.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whelp στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «whelp».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!