wear out



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wear out vi phrasal (be destroyed through use)φθείρομαι ρ αμ
  παλιώνω ρ αμ
 If I use my toothbrush eight times a day, it will wear out quickly.
wear [sth] out,
wear out [sth]
vtr phrasal sep
(destroy through use)φθείρω ρ μ
  χαλάω ρ μ
  (κατά λέξη)χαλάω κτ από την πολύ χρήση περίφρ
 I loved that album when I was a kid; I played the tape until I wore it out.
wear [sb] out vtr phrasal sep (exhaust, tire)κουράζω, εξουθενώνω, καταβάλλω, καταπονώ ρ μ
 Hard work will wear you out if you do not take breaks.
 Η σκληρή δουλειά θα σε εξουθενώσει εάν δεν κάνεις διαλείμματα.
wear [sth] out,
wear [sth] through
vtr phrasal sep
(make a hole in [sth]) (μεταφορικά)λιώνω ρ μ
  τρυπάω, τρυπώ ρ μ
  φθείρω ρ μ
 Our children have worn out the knees of their trousers.
 Τα παιδιά μας έλιωσαν τα παντελόνια τους στα γόνατα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
wear out shoe leather v expr US, Informal (look for a job)ψάχνω για δουλειά ρ μ
 Bob really wore out his shoe leather looking for a new job.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wear out' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wear out στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «wear out».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!