WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| touchy adj | informal (needing careful handling) (μεταφορικά) | ευαίσθητος επίθ |
| | Circuses are a touchy subject with Philip, ever since his wife ran off with an acrobat. |
| | Το τσίρκο είναι ένα ευαίσθητο θέμα για τον Φίλιπ από τότε που η γυναίκα του το έσκασε με έναν ακροβάτη. |
| touchy adj | (person: easily irritated) (παρεξηγείται εύκολα) | εύθικτος επίθ |
| | (θυμώνει εύκολα) | ευέξαπτος επίθ |
| | The boss is touchy, so be careful what you say to her. |
| | Η αφεντικίνα είναι ευέξαπτη οπότε πρόσεχε τι της λες. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: