• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tithe n historical (tax) (ιστορικό: φόρος)δεκάτη ουσ θηλ
 King Herod required all of his subjects to pay tithe.
tithe [sth] vtr (give tenth of income to charity, church) (σε σκοπό)συνεισφέρω ρ μ
  (σε κάποιον/κάτι)προσφέρω ρ μ
  (απόλυτη ακρίβεια)προσφέρω το ένα δέκατο του εισοδήματός μου έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς δεν προσδιορίζεται το ποσό που προσφέρεται.
 My uncle tithes his salary to the Pentecostal church.
tithe n (portion of income given to charity, church)φιλανθρωπική συνεισφορά, φιλανθρωπική προσφορά επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς δεν προσδιορίζεται το ποσό που προσφέρεται.
 Johanna thinks that $100 is enough tithe for one month.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tithing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «tithing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!