take aback



  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
take [sb] aback vtr phrasal sep (surprise)ξαφνιάζω, εκπλήσσω ρ μ
Σχόλιο: Often in passive.
 She declined his offer of a job, which took him aback.
 I was really taken aback when she reacted so angrily.
 Απέρριψε την προσφορά εργασίας που της έκανε κι αυτό τον εξέπληξε. // Ξαφνιάστηκα πραγματικά όταν αντέδρασε τόσο θυμωμένα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση take aback στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «take aback».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!