stomp

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstɒmp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/stɑmp/ ,USA pronunciation: respelling(stomp)

  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stomp⇒ vi (stamp, walk heavily)χτυπάω τα πόδια μου περίφρ
  κοπανάω τα πόδια μου περίφρ
  (καθομιλουμένη)ποδοβολάω ρ αμ
  (πιο γενικά)περπατάω με θόρυβο περίφρ
 Don't stomp when you go up the stairs - your sister's sleeping.
 Μη χτυπάς τα πόδια σου στις σκάλες, η αδελφή σου κοιμάται.
stomp on [sth/sb] vi + prep (trample on)ποδοπατώ ρ μ
 Some shoppers got stomped on in the rush to get into the store.
 Μερικοί πελάτες ποδοπατήθηκαν μέσα στην βιασύνη τους να μπουν μέσα στο κατάστημα.
stomp n (music with strong drive)μουσική με δυνατό ρυθμό περίφρ
 The band played a stomp and we all got up and danced.
stomp n (stamping dance)stomp ουσ ουδ άκλ
 So-called stomps were popular in the 1920s.
 Οι αποκαλούμενοι stomp ήταν δημοφιλείς τη δεκαετία του '20.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'stomp' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: stomp [heavily, childishly, loudly], stomped on his [hand, fingers], stomped him [viciously, maliciously], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stomp στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stomp».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!