• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stint n (time period)θητεία ουσ θηλ
  (χρόνος)διάστημα ουσ ουδ
  περίοδος ουσ θηλ
  (καθομ: για λίγο καιρό)πέρασμα ουσ ουδ
 He did a two-year stint in the army.
 Υπηρέτησε μια διετή θητεία στον στρατό.
stint n (session of work, duty)θητεία ουσ θηλ
 He did two stints in the Atlanta office last year.
 Έκανε δυο θητείες στο γραφείο της Ατλάντα πέρσι.
stint⇒ vi (be sparing)τσιγκουνεύομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)κάνω τσιγκουνιές έκφρ
 Put plenty of rum in the punch. Don't stint.
 Βάλε μπόλικο ρούμι στο παντς. Μην κάνεις τσιγκουνιές.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
stint on [sth] vtr phrasal insep (be sparing)τσιγκουνεύομαι ρ μ
  κάνω οικονομία σε κτ έκφρ
  (επίσημο)είμαι φειδωλός με κτ έκφρ
 If you want to throw a good party, don't stint on the booze.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stinter στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stinter».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!