splurge

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsplɜːrdʒ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/splɝdʒ/ ,USA pronunciation: respelling(splûrj)

Inflections of 'splurge' (v): (⇒ conjugate)
splurges
v 3rd person singular
splurging
v pres p
splurged
v past
splurged
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
splurge vi (spend money lavishly)κάνω σπατάλες ρ μ + ουσ ουδ πλ
  κάνω μια σπατάλη έκφρ
 It's ok to splurge once in a while.
splurge on [sth] vi + prep (spend money lavishly on) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τα σκάω για κτ έκφρ
  κάνω μια σπατάλη και αγοράζω κτ έκφρ
 Rebecca splurged on new boots.
splurge n (indulgence, spree)σπατάλη ουσ θηλ
 After my splurge last month on my new handbag, I can't afford to go out to eat.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση splurge στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «splurge».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!