• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: splicing, splice

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
splicing n (wood, film: joining)ένωση, συνένωση, σύνδεση ουσ θηλ
  (επίσημο)συναρμογή ουσ θηλ
 Thanks to the carpenter's expert splicing, you could hardly see the join in the wood.
splicing n (rope: interweaving) (σχοινί: σύνδεση με θηλιά)αμμάτιση, ματισιά ουσ θηλ
  μάτισμα ουσ ουδ
 Splicing was a common method for making textiles from plant fibers before spinning was invented.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
splicing n (genes: combining)μάτιση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
splice [sth] to [sth]⇒ vtr (wood, tape: join)ενώνω, συνδέω ρ μ
 The film broke in the projector and had to be spliced.
splice [sth]⇒ vtr (rope: interweave) (σκοινί)αμματίζω, ματίζω ρ μ
 We learned how to splice a rope in boy scout camp.
 Μάθαμε πώς να ματίζουμε σχοινιά στην κατασκήνωση προσκόπων.
splice n (genes: combine) (γονίδια)συρραφή ουσ θηλ
 After many attempts, the splice was finally successful.
splice n (union, join)ένωση, σύνδεση ουσ θηλ
  άρμοση ουσ θηλ
  (με βοηθητικό υλικό)σύζευξη ουσ θηλ
 The splice has been so expertly done you can hardly see it.
 Η ένωση έχει γίνει με τόση δεξιοτεχνία που μόλις που τη βλέπεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
splicing | splice
ΑγγλικάΕλληνικά
gene splicing n (combining DNA)συρραφή γονιδίων φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση splicing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «splicing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!