• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
source n (origin)πηγή ουσ θηλ
 What is the source of this information?
 Ποια είναι η πηγή αυτής της πληροφορίας;
source n (cause)πηγή ουσ θηλ
 That child is a source of great joy for the whole family.
 Εκείνο το παιδί αποτελεί πηγή μεγάλης χαράς για όλη την οικογένεια.
reference source n (reference, book)πηγή ουσ θηλ
  πηγή αναφοράς φρ ως ουσ θηλ
 The Encyclopaedia Britannica is a respected reference source.
 Η Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα είναι μια αξιόπιστη πηγή αναφοράς.
source n (journalism)πηγή ουσ θηλ
 The article quoted three secret sources within the government.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ένας καλός δημοσιογράφος δεν αποκαλύπτει ποτέ τις πηγές του.
source n (beginning of a stream, river)πηγή ουσ θηλ
 The source of that river is in the mountains.
 Η πηγή αυτού του ποταμού βρίσκεται στα βουνά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
source n (physics: of a wave)πηγή ουσ θηλ
 The change in frequency of a wave in relation to an observer moving relative to the source of the wave gives rise to the Doppler effect.
source [sth] vtr (obtain)προμηθεύομαι ρ μ
  (καθομιλουμένη)βρίσκω ρ μ
 Where did you source these pencils?
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Από που προμηθεύτηκες τα υλικά για την ανακαίνιση;
 Που βρήκες αυτά τα μολύβια;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
alternative source of energy,
alternative energy source
n
usually plural (sustainable power)εναλλακτική πηγή ενέργειας φρ ως ουσ θηλ
alternative source of energy,
alternative energy source
n
usually plural (renewable power)εναλλακτική πηγή ενέργειας φρ ως ουσ θηλ
  ανανεώσιμη πηγή ενέργειας φρ ως ουσ θηλ
 Wind, solar, hydro and geothermal are all alternative sources of energy.
common source n (reason: frequent)συχνή αιτία, κοινή αιτία επίθ + ουσ θηλ
  συχνός λόγος, κοινός λόγος επίθ + ουσ αρσ
  συχνό αίτιο, κοινό αίτιο επίθ + ουσ ουδ
 Poorly built homes are a common source of law suits.
 The Internet is now a common source of information.
 Τα κακοκατασκευασμένα σπίτια αποτελούν συχνή αιτία για αγωγές.
common source n (origin: shared)κοινή προέλευση ουσ θηλ
 All Indo-European languages are thought to come from a common source.
consider the source interj (be sceptical)δεν θεωρώ δεδομένο έκφρ
 Don't pay attention to anything he says: consider the source.
heat source n ([sth] that generates warmth)πηγή θερμότητας φρ ως ουσ θηλ
 Our sun provides a heat source that makes life on this planet possible.
light source n ([sth] that produces light)πηγή φωτός φρ ως ουσ θηλ
  φωτεινή πηγή επίθ + ουσ θηλ
open source,
open-source
adj
(computing: definable by users)λογισμικό ανοικτού κώδικα ουσ ουδ
Σχόλιο: hyphen used when adj comes before the noun it modifies
power source n ([sth] that supplies energy)πηγή ενέργειας ουσ θηλ
 Given that oil supplies are finite, we need to find alternative power sources.
primary source n (original or first-hand material)κύρια πηγή επίθ + ουσ θηλ
 The hand-written letters from the Spanish Civil War provided important primary sources for our study.
secondary source n (supplementary reading)δεύτερη πηγή επίθ + ουσ θηλ
source code n (computing: program instructions)κώδικας πηγής φρ ως ουσ αρσ
source language n (language from which [sth] is translated)γλώσσα-πηγή, γλώσσα πηγής φρ ως ουσ θηλ
source material n (text from which [sth] is adapted)πηγή ουσ θηλ
  (κατά λέξη)υλικό πηγής περίφρ
source of energy,
energy source
n
(oil, natural gas, sun, wind, etc.)πηγή ενέργειας φρ ως ουσ θηλ
source of income n (where income comes from)πηγή εισοδήματος φρ ως ουσ θηλ
source of pride n (reason to feel proud) (μεταφορικά)πηγή υπερηφάνειας φρ ως ουσ θηλ
water source n (natural feature that supplies water)πηγή ουσ θηλ
  (κατά λέξη)πηγή νερού φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sourcing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «sourcing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!