WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| socket n | (holes for electrical plug) | πρίζα, μπρίζα ουσ θηλ |
| | Simon plugged his laptop into the socket. |
| | Ο Σάιμον έβαλε το λάπτοπ του στην πρίζα. |
| socket n | (joint: concave part) (άρθρωσης) | θήκη ουσ θηλ |
| | | άρθρωση ουσ θηλ |
| | Jane pulled on the rope as hard as she could, but she felt like her arms were coming out of their sockets. |
| | Η Τζέιν τράβηξε το σχοινί όσο πιο δυνατά μπορούσε, αλλά ένιωσε σαν να έβγαιναν τα χέρια της από τις αρθρώσεις τους. |
| socket n | (eye: cavity) | κόγχη ουσ θηλ |
| | Gavin was staring so hard, Karen thought his eyes would burst out of their sockets. |
| | Ο Γκάβιν κοίταζε τόσο επίμονα που η Κάρεν σκέφτηκε πως τα μάτια του θα πετάγονταν από τις κόγχες τους. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: