• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
snatcher,
-snatcher
n
(street thief)κλέφτης, κλέφτρα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (καθομ: κλέβει πορτοφόλια)πορτοφολάς ουσ αρσ
  (καθομ: κλέβει τσάντες)τσαντάκιας ουσ αρσ
Σχόλιο: Usually used in combination
 The police arrested the purse-snatcher who had been plaguing the boardwalk.
snatcher,
-snatcher
n
(abductor)απαγωγέας ουσ αρσ/θηλ
Σχόλιο: Usually used in combination
 The detective finally tracked down the child-snatcher and arrested him.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
body snatcher n (grave robber)τυμβωρύχος ουσ αρσ/θηλ
  συλητής τάφων φρ ως ουσ αρσ
body snatcher n slang (recruiting agency) (άτομο)κυνηγός ταλέντων φρ ως ουσ αρσ
  (μεταφορικά)κυνηγός κεφαλών φρ ως ουσ αρσ
  (επιχείρηση)γραφείο εύρεσης εργασίας, γραφείο προώθησης εργαζομένων φρ ως ουσ ουδ
purse snatcher (US),
bag snatcher (UK)
n
(handbag thief)κλέφτης πορτοφολιών φρ ως ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)πορτοφολάς ουσ αρσ
  τσαντάκιας ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση snatcher στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «snatcher».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!