slander

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈslɑːndər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈslændɚ/ ,USA pronunciation: respelling(slandər)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slander n (false, illegal words about [sb])συκοφαντία ουσ θηλ
  λασπολογία ουσ θηλ
 You can't say that; it's slander!
 Δεν μπορείς να το λες αυτό. Είναι συκοφαντία!
slander [sb] vtr (attack with false words)συκοφαντώ, δυσφημώ, δυσφημίζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)κακολογώ ρ μ
 Helen was slandering Imogen, spreading false rumours about her.
 Η Χέλεν συκοφαντούσε την Ίμοτζεν, διαδίδοντας ψευδείς φήμες για αυτήν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'slander' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a slander [case, trial, suit], a slander lawyer, that's slander!, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slander στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «slander».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!