• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shockingly adv (offensively)εξοργιστικά, απαράδεκτα επίρ
 The shockingly explicit photos were left on an editor's desk.
 Οι εξοργιστικά αποκαλυπτικές φωτογραφίες εγκαταλείφθηκαν στο γραφείο μιας συντάκτριας.
shockingly adv informal (surprisingly) (για κάτι κακό)σκανδαλωδώς επίρ
  (πιο γενικό)συγκλονιστικά επίρ
 It was shockingly easy to break into the company's database.
 Ήταν σκανδαλωδώς εύκολο να παραβιαστεί το απόρρητο της βάσης δεδομένων της εταιρείας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'shockingly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shockingly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «shockingly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!