Σε αυτή τη σελίδα: reshaping, reshape

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reshaping n (changing of [sth]'s physical form)αλλαγή σχήματος φρ ως ουσ θηλ
reshaping n (revision: of a plan, belief, etc.)αναμόρφωση ουσ θηλ
  αλλαγή ουσ θηλ
  αλλαγή σχεδιασμού φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reshape [sth]⇒ vtr (shape differently) (σε κάτι)αλλάζω σχήμα περίφρ
  δίνω άλλο σχήμα περίφρ
 The potter reshaped the clay and began molding a bowl.
reshape [sth] vtr figurative (change, transform)αλλάζω ρ μ
  διαφοροποιώ ρ μ
 The pessimist decided to reshape his attitude and enjoy life.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'reshaping' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση reshaping στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «reshaping».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!