WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| rejection n | (of [sth]) | απόρριψη, άρνηση ουσ θηλ |
| | Carol's rejection of his help hurt Peter's feelings. |
| | Η απόρριψη της βοήθειάς του από την Κάρολ πλήγωσε τα αισθήματά του Πίτερ. |
| rejection n | (of idea, belief) | απόρριψη, άρνηση ουσ θηλ |
| | Richard's rejection of the existence of God upset his father. |
| | Η άρνηση της ύπαρξης του Θεού από τον Ρίτσαρντ αναστάτωσε τον πατέρα του. |
| rejection n | (of other people) | απόρριψη ουσ θηλ |
| | Ellen was hurt by her boyfriend's rejection of her. |
| | Η Έλεν πληγώθηκε από την απόρριψη του φίλου της. |
| rejection n | (medicine: of a transplant) | απόρριψη ουσ θηλ |
| | Organ transplants can save people's lives, but there is always a risk of rejection. |
| | Τα μεταμοσχευμένα όργανα μπορούν να σώσουν ανθρώπινες ζωές, αλλά υπάρχει πάντοτε κίνδυνος απόρριψής τους. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: