• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
refuse to accept [sth] vtr (fact: deny)αρνούμαι να αποδεχτώ, αρνούμαι να δεχτώ περίφρ
 Brian refused to accept the fact that he had made a mistake.
refuse to accept that v expr (with clause: deny)αρνούμαι να αποδεχτώ ρ μ
 He refused to accept that his illness was incurable.
 Αρνήθηκε να αποδεχτεί ότι η ασθένειά του ήταν ανίατη.
refuse to accept [sth] v expr ([sth] offered: not take)αρνούμαι να αποδεχτώ ρ μ
 She refused to accept flowers from men she did not know.
 Αρνήθηκε να αποδεχτεί λουλούδια από άντρες που δε γνώριζε.
refuse to accept [sb] v expr (person: exclude)αρνούμαι να απόδεχτώ ρ μ
 Those snotty girls refuse to accept anybody whose parents aren't rich.
 Αυτές οι στρίγγλες αρνιόνταν να αποδεχτούν όποιον δεν είχε πλούσιους γονείς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'refuse to accept' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση refuse to accept στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «refuse to accept».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!