WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rawness n (food: uncooked state) (κακό ή καθόλου μαγείρεμα)το να είναι κτ ωμό περίφρ
  (κακό μαγείρεμα)το να είναι κτ άψητο περίφρ
 The rawness of rare steak makes me squeamish.
rawness n (skin: tenderness)ευαισθησία ουσ θηλ
 This cream will help alleviate the feeling of rawness caused by sunburn.
rawness n figurative (painfully exposed state)πρόσφατος χαρακτήρας επίθ + ουσ αρσ
  φρεσκότητα, νωπότητα ουσ θηλ
  το ότι κτ είναι νωπό περίφρ
 The rawness of her emotions prevented Maggie from forgiving her daughter.
rawness n (unrefined state)το να είναι κτ ακατέργαστο περίφρ
 There is a rawness to your story still, but after a few revisions, I think it will be very good.
rawness n (crudeness)ωμότητα ουσ θηλ
 This artist is known for the rawness of his provocative images.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rawness στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «rawness».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!