WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| picky adj | informal (person: very selective) | επιλεκτικός επίθ |
| | (καθομ: κατ' επέκταση) | δύσκολος επίθ |
| | (αποδοκιμασίας) | ιδιότροπος επίθ |
| | Linda is a very picky shopper; she won't buy anything unless it's absolutely right. |
| | Η Λίντα είναι πολύ επιλεκτική καταναλώτρια. Δεν αγοράζει τίποτα αν δεν είναι τέλειο. |
| picky adj | informal (person: critical) | που δεν ικανοποιείται με τίποτα περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | γκρινιάρης επίθ |
| | (ανεπίσημο) | που είναι μέσα στη μίρλα, που όλα του βρομάνε, που όλα του ξινίζουν περίφρ |
| | (πιο επίσημο) | σχολαστικός, ιδιότροπος επίθ |
| | Evan is so picky; he always finds something wrong with every potential employee. |
| | Ο Έβαν δεν ικανοποιείται με τίποτα. Πάντα βρίσκει κάτι στραβό σε κάθε υποψήφιο υπάλληλο. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: