paging

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpeɪdʒɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(pājing)

From the verb page: (⇒ conjugate)
paging is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: paging, page

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
paging n (computing: memory transfer)σελιδοποίηση ουσ θηλ
  μεταφορά σελίδων περίφρ
 The programming students will be learning about paging today in class.
paging n (contact via a pager)κλήση στον βομβητή περίφρ
 Before the proliferation of cellphones, paging was a convenient way to get a hold of someone.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
page n (leaf of book, newspaper)σελίδα ουσ θηλ
  φύλλο ουσ ουδ
 She turned the pages of her magazine.
 Γυρνούσε τις σελίδες του περιοδικού της.
page n (one side of a leaf)σελίδα ουσ θηλ
 At the bottom of the page the sentence stopped and was continued on the other side.
 Στο κάτω μέρος της σελίδας, η πρόταση σταματούσε και συνεχιζόταν στην άλλη πλευρά.
page [sb] vtr (call, summon)καλώ ρ μ
  (καθομιλουμένη, μτφ)φωνάζω ρ μ
 We need to page the boss because there is a problem.
 Πρέπει να καλέσουμε το αφεντικό γιατί υπάρχει ένα πρόβλημα.
 Πρέπει να φωνάξουμε το αφεντικό γιατί υπάρχει ένα πρόβλημα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
page n figurative (history) (μεταφορικά)κεφάλαιο ουσ ουδ
  (μεταφορικά)σελίδα ουσ θηλ
 The Industrial Revolution wrote a new page in England's history.
page n (court servant)υπηρέτης ουσ αρσ
  (μεταφορικά)ιπποκόμος ουσ αρσ
 A page was someone who performed small errands for a king in olden times.
page n US (Congress: aid)υπάλληλος ουσ αρσ/θηλ
  βοηθός ουσ αρσ/θηλ
  κλητήρας ουσ αρσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς δεν υφίσταται ο θεσμός αυτός στην Ελλάδα.
 The congressional page did tasks for the Senator.
page n (newspaper, magazine: regular feature)ενότητα ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)σελίδα ουσ θηλ
 The problem page is my favourite part of the magazine.
page n (employee running errands)παιδί για τα θελήματα φρ ως ουσ
  υπεύθυνος για τις εξωτερικές δουλειές φρ ως ουσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Προτείνονται ορισμένες εναλλακτικές αποδόσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά περίπτωση.
page [sth] vtr US (paginate) (κάτι)αριθμώ ρ μ
  (σε κάτι)βάζω αρίθμηση περίφρ
 Put the papers in order, and page them from one to twenty.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
page | paging
ΑγγλικάΕλληνικά
page down vi phrasal (computing: move down a screen) (Η/Υ)μετακίνηση προς τα κάτω ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
page up vi phrasal (computing: move up a screen) (Η/Υ)μετακίνηση προς τα πάνω ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
page | paging
ΑγγλικάΕλληνικά
back page n often plural (final page of a publication)οπισθόφυλλο ουσ ουδ
  τελευταία σελίδα επίθ + ουσ θηλ
back-page n as adj sometimes figurative (fit for newspaper's last pages)του οπισθόφυλλου περίφρ
  της τελευταίας σελίδας περίφρ
blank page n (empty sheet of paper)λευκή κόλλα επίθ + ουσ θηλ
  κενή σελίδα επίθ + ουσ θηλ
cover page n (typescript: title page)εξώφυλλο ουσ ουδ
 Joanne forgot to write her name on the cover page of her history paper.
front page n (newspaper: front cover)εξώφυλλο ουσ ουδ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective
 Her photo was on every front page.
 The most important news is always on the front page.
 Η φωτογραφία της ήταν σε κάθε εξώφυλλο. // Τα πιο σημαντικά νέα είναι πάντα στο εξώφυλλο.
front-page n as adj (news: important, prominent)πρωτοσέλιδο ουσ ουδ
  κυριότερος, σημαντικότερος επίθ
  που εμφανίζεται στο πρωτοσέλιδο επίθ
  πρωτοσέλιδος επίθ
 The earthquake is today's front-page news.
 Ο σεισμός είναι το πρωτοσέλιδο της ημέρας.
 Ο σεισμός είναι η κυριότερη (or: σημαντικότερη) είδηση της ημέρας.
full-page adj (covering entire page)ολοσέλιδος επίθ
home page,
homepage
n
(home: website's introductory page)κεντρική σελίδα ουσ θηλ
 Click here to return to our home page.
on the same page expr figurative, informal (in agreement)συμφωνούμε ρ αμ
page numbering n (word processing: assigning page numbers)αρίθμηση σελίδων ουσ θηλ
page setting n (printing: establishes layout of paper)διάταξη σελίδων ουσ θηλ
page through [sth] vi + prep (book, magazine: flip the pages)ξεφυλλίζω ρ μ
page view n (number of times web page viewed)προβολή σελίδας φρ ως ουσ θηλ
page-turner n figurative, informal (compelling book) (για βιβλίο)συναρπαστικός επίθ
  (μεταφορικά)σε απορροφά περίφρ
  (μεταφορικά, καθομ)κολλάς μαζί του περίφρ
 This novel is a real page-turner.
page-turner n (person turning musician's score)αυτός που γυρίζει τις παρτιτούρες περίφρ
 A pianist's page-turner needs to be excellent at reading music.
 Όποιος γυρίζει τις παρτιτούρες για πιανίστες πρέπει να ξέρει να διαβάζει μουσική εξαιρετικά καλά.
pageboy,
page boy
n
(attendant at wedding: male child) (αγόρι)παράνυμφος ουσ αρσ
pageboy,
page boy
n
US (female hair style)χτένισμα σε γραμμή pageboy περίφρ
problem page n (newspaper section) (σε εφημερίδα)σελίδα προβλημάτων αναγνωστών φρ ως ουσ θηλ
  στήλη προβλημάτων αναγνωστών φρ ως ουσ θηλ
sports page n (newspaper page carrying sports results)αθλητικά επίθ ως ουσ ουδ πλ
  αθλητικές ειδήσεις επίθ + ουσ θηλ πλ
  (κατά λέξη)τμήμα εφημερίδας αφιερωμένο στα αθλητικά
 My father always reads the sports page in the morning while he drinks coffee.
title page n (page of a book bearing its title) (βιβλίο, περιοδικό)εξώφυλλο ουσ ουδ
  (εφημερίδα)πρωτοσέλιδο ουσ ουδ
 She was delighted to see her name on the title page.
web page,
webpage
n
(internet document)ιστοσελίδα ουσ θηλ
 The band posts announcements, photos, and concert dates on their webpage.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση paging στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «paging».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!