• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: overheated, overheat

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
overheated adj (become too hot) (κυριολεκτικά)υπερθερμασμένος μτχ πρκ
 The overheated popcorn started to burn.
overheated adj figurative (agitated, overexcited) (μεταφορικά)ξαναμμένος, φουντωμένος μτχ πρκ
 David took deep breaths to calm his overheated temper.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
overheat vi (become too hot)υπερθερμαίνομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)παραζεσταίνομαι ρ αμ
 I need to fix my oven because it overheats at random times.
overheat [sth] vtr (make too hot)υπερθερμαίνω ρ μ
  (καθομιλουμένη)παραζεσταίνω ρ μ
 Driving in the desert can rapidly overheat any car's engine.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'overheated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση overheated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «overheated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!