ostrich

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɒstrɪtʃ/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈɔstrɪtʃ, ˈɑstrɪtʃ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respellingstrich, ostrich)


Inflections of 'ostrich' (n): npl: ostriches
  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ostrich n (large bird) (πτηνό)στρουθοκάμηλος ουσ θηλ
 The ranch raises ostriches for their meat and feathers.
 Στο ράντσο εκτρέφονται στρουθοκάμηλοι για το κρέας και τα φτερά τους.
ostrich n figurative (person who avoids reality) (μεταφορικά)ακολουθώ πολιτική στρουθοκαμήλου, ακολουθώ τακτική στρουθοκαμήλου, εφαρμόζω πολιτική στρουθοκαμήλου έκφρ
  (καθομιλουμένη)στρουθοκαμιλίζω ρ αμ
 The governor was called an ostrich for ignoring the oil spill.
 Ο κυβερνήτης κατηγορήθηκε ότι ακολουθεί πολιτική στρουθοκαμήλου επειδή αγνόησε την πετρελαιοκηλίδα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ostrich' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [a male, a female, a young, an adult] ostrich, saw ostriches on [vacation, safari, the trip], [have, keep, raise] ostriches (on the farm), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ostrich στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ostrich».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!