• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
OTC adv initialism (over the counter) (φάρμακα)χωρίς ιατρική συνταγή, χωρίς συνταγή περίφρ
  χωρίς συνταγογράφηση περίφρ
 This drug cannot be bought OTC.
OTC adj initialism (over-the-counter) (φάρμακα)μη συνταγογραφούμενος περίφρ
  που διατίθεται χωρίς ιατρική συνταγή περίφρ
 Rufus went to the pharmacy to get an OTC painkiller.
OTC,
O.T.C.
n
UK, initialism (Officers' Training Corps)Σώμα Εκπαίδευσης Αξιωματικών φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση OTC στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «OTC».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!