naval

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈneɪvəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈneɪvəl/ ,USA pronunciation: respelling(nāvəl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
naval adj (of the navy)ναυτικός επίθ
 The naval officers attended a weekly meeting on military management at sea.
naval adj (nautical)ναυτικός επίθ
 The naval engineer designed a superior new ship.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
naval academy n (training institution for the navy)Σχολή Ναυτικών Δοκίμων ουσ θηλ
naval air station n (military airbase for the navy)αεροπορική βάση του ναυτικού ουσ θηλ
 There are two F/A-18 Fighter Squadrons located at the Naval Air Station.
naval aircraft,
plural: naval aircraft
n
(plane or helicopter)αεροσκάφος του ναυτικού ουσ ουδ
 The naval aircraft inventory was reduced by 20 helicopters and 14 aircraft this year.
naval architecture n (navy vehicle engineering)ναυπηγική ουσ θηλ
Naval Aviation n (use of aircraft by the navy)ναυτική αεροπορία ουσ θηλ
 Naval Aviation includes aircraft carriers.
naval base n (military stronghold)ναυτική βάση επίθ + ουσ θηλ
naval college n (training institution for the navy)Ανώτερη Ναυτική Σχολή ουσ θηλ
 After university, he attended naval college to start his training to become a naval helicopter pilot.
naval combat n (warfare at sea)ναυμαχία ουσ θηλ
naval intelligence n (analysis of enemy fleet's operations)υπηρεσία μυστικών πληροφοριών του ναυτικού ουσ θηλ
 Superior naval intelligence resulted in fewer ships lost in at-sea combat during the war.
naval missile n (weapon fired from a sea vessel)βλήμα επί πλοίου περίφρ
  πύραυλος επί πλοίου περίφρ
naval officer n (member of navy staff)αξιωματικός του ναυτικού ουσ αρσ
naval operations npl (manoeuvres by the navy)ναυτικές επιχειρήσεις ουσ θηλ πλ
 This area of the Gulf of Mexico is closed due to naval operations.
naval reserve n (navy's stand-by forces)εφεδρικές μονάδες ναυτικού ουσ θηλ πλ
naval school n (training institution for the navy)σχολή εκπαίδευσης πολεμικού ναυτικού ουσ θηλ
naval ship n (military vessel)πλοίο του ναυτικού φρ ως ουσ ουδ
naval stores npl (supplies for navy ships)προμήθειες για πολεμικά πλοία ουσ θηλ πλ
naval vessel n (navy ship)πλοίο του πολεμικού ναυτικού περίφρ
naval warfare n (combat at sea)ναυτική τέχνη του πολέμου περίφρ
 A combination of skill in naval warfare and bad weather caused the defeat of the Spanish Armada in 1588.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'naval' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση naval στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «naval».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!