• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lose out vi phrasal (suffer a disadvantage)βγαίνω ζημιωμένος ρ αμ + επίθ
  βγαίνω χαμένος ρ αμ + επίθ
  (μεταφορικά)χάνω ρ αμ
 Act now or you may lose out in the long run.
 Ανάλαβε δράση τώρα γιατί μπορεί να βγεις ζημιωμένος μακροπρόθεσμα.
lose out on [sth] vi phrasal + prep (miss: an opportunity)χάνω ρ μ
 The team lost out on a chance to play in the final.
lose out to [sb] vi phrasal + prep (be beaten by [sb])ηττώμαι από κπ ρ αμ + πρόθ
 The driver lost out to the reigning champion on the final lap.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lose out στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lose out».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!