literature

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɪtrətʃər/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈlɪtərətʃɚ, ˈlɪtrə-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(litər ə chər, -chŏŏr′, litrə-)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
literature n (collective work of society)λογοτεχνία ουσ θηλ
 English literature is studied all over the world.
 Η αγγλική λογοτεχνία μελετάται ανά τον κόσμο.
literature n (studies, class)λογοτεχνία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη: ελληνικό σχολείο)κείμενα ουσ ουδ πλ
 After calculus class Dan had to go to literature.
 Μετά τα μαθηματικά, ο Νταν έπρεπε να πάει στο μάθημα της λογοτεχνίας.
literature n (published work on a subject)βιβλιογραφία ουσ θηλ
 Ian wrote his dissertation on a subject that would fill a gap in the literature for his field.
 Ο Ίαν έγραψε τη διατριβή του πάνω σε ένα θέμα που θα κάλυπτε ένα κενό στη βιβλιογραφία του τομέα του.
literature n (publicity material)διαφημίσεις ουσ θηλ
 The literature describes the care home as safe and comfortable.
literature n (profession)συγγραφή ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)γράψιμο ουσ ουδ
 The editor liked to tell people that he worked in literature.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
courtly literature n (medieval fiction: chivalry, etc.)ιπποτικό μυθιστόρημα επίθ + ουσ
Σχόλιο: Συνήθως έμμετρα ερωτικά μυθιστορήματα.
 Courtly literature is full of knights in armour, beautiful maidens, and troubadors.
erotic literature n (writing intended to arouse sexually)ερωτική λογοτεχνία επίθ + ουσ θηλ
 When we were kids we called them dirty books; now, we call it erotic literature.
literature review n (scholarly paper)ανασκόπηση της βιβλιογραφίας φρ ως ουσ θηλ
  βιβλιογραφική ανασκόπηση επίθ + ουσ θηλ
 Rebecca is writing a literature review summarizing current knowledge on this subject.
popular literature,
popular fiction
n
(mass-market fiction)λογοτεχνία μαζικής κατανάλωσης ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Mrs. Grogan didn't approve of her daughter reading popular literature.
Romantic Literature n (dramatic style of 19th-century writing) (λογοτεχνικό κίνημα)λογοτεχνία του ρομαντισμού φρ ως ουσ θηλ
  ρομαντισμός ουσ αρσ
young adult fiction,
young adult literature
n
(books for readers in late teens)λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'literature' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [modern, contemporary, medieval, Shakespearean, romantic, creative] literature, literature in [English], [English] literature, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση literature στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «literature».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!