leftist

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlɛftɪst/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈlɛftɪst/ ,USA pronunciation: respelling(lef′tist)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
leftist n (politics: [sb] left wing) (πολιτική: μέλος της αριστεράς)αριστερός ουσ αρσ
  αριστερή ουσ θηλ
 My mother is a leftist, but my father is a conservative.
leftist adj (politics: left wing)αριστερός επίθ
  αριστερίζων μτχ ενεστ
 The leftist legislation was upsetting to the Republicans.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'leftist' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση leftist στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «leftist».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!