• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: inserted, insert

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inserted adj (anatomy: attached to a moving part) (σε γενική)κατάφυσης ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insert [sth]⇒ vtr (put in: physically)εισάγω ρ μ
  (καθομιλουμένη)βάζω ρ μ
 Seth inserted the DVD into the DVD player.
 Ο Σεθ έβαλε το DVD μέσα στο DVD player.
insert [sth] vtr (put in: text)εισάγω, προσθέτω ρ μ
 The editor inserted some comments to the author into the manuscript.
 Ο εκδότης πρόσθεσε κάποια σχόλια στο χειρόγραφο για τον συγγραφέα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insert n ([sth] to insert)ένθετο ουσ ουδ
 There was an insert in the booklet.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
insert | inserted
ΑγγλικάΕλληνικά
insert [sth] in [sth] vtr phrasal sep (put into)εισάγω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  βάζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
insert | inserted
ΑγγλικάΕλληνικά
orthopedic insert (US),
orthopaedic insert (UK)
n
(corrective device worn in a shoe) (σε παπούτσι)ορθοπεδικό ένθετο επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)ανατομικός πάτος επίθ + ουσ αρσ
package insert n (promotional leaflet sent with goods)εσώκλειστο διαφημιστικό φυλλάδιο περίφρ
  εσώκλειστο διαφημιστικό περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'inserted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση inserted στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «inserted».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!