• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: inebriated, inebriate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inebriated adj (intoxicated, drunk)μεθυσμένος μτχ πρκ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)λιώμα, στουπί, τύφλα ουσ ως επίθ
  (καθομιλουμένη)πιωμένος επίθ
 The man was so inebriated, that he passed out on his front lawn.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inebriate [sb]⇒ vtr (make drunk)μεθάω, μεθώ ρ μ
inebriate n (drunk person)μεθυσμένος, μεθυσμένη επίθ ως ουσ
inebriate adj formal (drunk)μεθυσμένος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'inebriated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση inebriated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «inebriated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!