pissed

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɪst/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/pɪst/ ,USA pronunciation: respelling(pist)

From the verb piss: (⇒ conjugate)
pissed is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
Σε αυτή τη σελίδα: pissed, piss

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pissed adj vulgar, informal, UK (drunk) (αργκό, μεταφορικά)κόκκαλο ουσ ως επίθ
  (μεταφορικά, καθομ)κομμάτια ουσ ως επίθ
  τύφλα, πίτα ουσ ως επίθ
 I was so pissed last night; I don't remember how I got home.
 Ήμουν τόσο κόκκαλο χτες το βράδυ που δεν θυμάμαι πως έφτασα σπίτι.
pissed off,
also US: pissed
adj
vulgar, informal (angry, upset) (αργκό)που τα έχει πάρει, που τα έχει παρμένα, που τα έχει πάρει στο κρανίο περίφρ
  παρμένος μτχ πρκ
  (καθομιλουμένη)τσαντισμένος μτχ πρκ
  νευριασμένος, θυμωμένος, εκνευρισμένος μτχ πρκ
 Jim and Susan had an argument and Jim was really pissed afterwards.
 Ο Τζιμ και η Σούζαν τσακώθηκαν και ο Τζιμ τα είχε πάρει άσχημα μετά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
piss n vulgar, offensive, informal (urine) (καθομιλουμένη, παιδικό)τσίσα ουσ ουδ πλ
  πιπί ουσ ουδ άκλ
  (καθομιλουμένη: άκομψο)κάτουρο, κατουρλιό ουσ ουδ
 Max watched his piss splash into the toilet bowl.
 Ο Μαξ παρακολουθούσε το πιπί του να χύνεται στην τουαλέτα.
piss vi vulgar, offensive, informal (urinate) (καθομιλουμένη, παιδικό)κάνω τσίσα, κάνω πιπί ρ αμ
  (καθομιλουμένη: κάπως άκομψο)κατουράω ρ αμ
  (αργκό)πάω προς νερού μου έκφρ
 Robert pissed against the wall.
 Ο Ρόμπερτ κατούρησε πάνω στον τοίχο.
piss n vulgar, offensive, informal (act of urinating) (καθομιλουμένη, παιδικό)τσίσα ουσ ουδ πλ
  πιπί ουσ ουδ άκλ
  (καθομιλουμένη: κάπως άκομψο)κατούρημα ουσ ουδ
  (αργκό)το ψιλό φρ ως ουσ ουδ
 John went behind the tree for a piss.
 Ο Τζον πήγε πίσω από το δέντρο για κατούρημα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
piss | pissed
ΑγγλικάΕλληνικά
piss about vi phrasal vulgar, potentially offensive, informal, UK (waste time, dawdle)χασομερώ ρ αμ
piss [sth] away,
piss away [sth]
vtr phrasal sep
vulgar, offensive, informal (waste)ξοδεύω, σπαταλώ ρ μ
  χαραμίζω ρ μ
 Mark won the lottery, but within a year, he'd pissed it all away.
 This is your last chance to make something of your life, so don't piss it away.
piss down vi phrasal vulgar, offensive, informal (rain heavily) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)βρέχει καρεκλοπόδαρα εκφρ
  (αργκό, μεταφορικά)ρίχνει καρέκλες έκφρ
piss [sb] off,
piss off [sb]
vtr phrasal sep
vulgar, offensive, informal (annoy, anger)τσατίζω, νευριάζω ρ μ
 That guy really pisses me off!
 Αυτός ο τύπος πραγματικά με τσατίζει!
piss off vi phrasal vulgar, offensive, informal (leave, go) (αργκό, μτφ)την κάνω έκφρ
  (αργκό, μτφ, χυδαίο)παίρνω τον πούλο έκφρ
  (καθομιλουμένη, μτφ)παίρνω δρόμο, παίρνω πόδι έκφρ
  (ως διαταγή)τσακίσου φύγε, τσακίσου από δω έκφρ
 Brad told his annoying little brother to piss off.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
pissed | piss
ΑγγλικάΕλληνικά
get pissed vi + adj vulgar, informal, UK (become drunk)μεθώ ρ αμ
  (καθομιλουμένη)γίνομαι φέσι, γίνομαι ντίρλα έκφρ
Σχόλιο: επίσης μεθάω
 I drank far too much last night and got really pissed.
get pissed vi + adj vulgar, informal, US (become angry)νευριάζω, τσαντίζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)τα παίρνω, φορτώνω έκφρ
 If you don't stop nagging me I'm going to get really pissed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: vulgar: pissed at his [friend, boss, co worker, father], vulgar: Why are you pissed at me?, vulgar: What are you so pissed about?, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pissed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pissed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!