|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο humor παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: ill | humour
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
humor (US), humour (UK) n | uncountable (funniness) | χιούμορ ουσ ουδ άκλ |
| | (μεταφορικά) | πνεύμα ουσ ουδ |
| | Kate's dad has no humor at all. |
| | Ο μπαμπάς της Κέιτ δεν έχει καθόλου χιούμορ. |
humor (US), humour (UK) n | uncountable (comedy) | χιούμορ ουσ ουδ άκλ |
| | The show had a lot of humor in it. |
| | Η παράσταση είχε πολύ χιούμορ. |
humor (US), humour (UK) n | uncountable (style of humour) | χιούμορ ουσ ουδ άκλ |
| | I don't like this comedian's humor. |
| | Δε μου αρέσει το χιούμορ αυτού του κωμικού. |
humor [sb] (US), humour [sb] (UK)⇒ vtr | (indulge) | κάνω τη χάρη σε κπ έκφρ |
| | (μτφ: αν έχει άδικο) | πάω με τα νερά κάποιου έκφρ |
| | Just humour him, eventually he'll realise he's wrong. |
| | Πήγαινε απλά με τα νερά του. Στο τέλος θα καταλάβει πως έχει άδικο. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
humor (US), humour (UK) n | countable, historical, obsolete (medical element) | χυμός ουσ αρσ |
| | People used to believe that your health was tied to your humors. |
humor (US), humour (UK) n | uncountable (mood) | διάθεση ουσ θηλ |
| | The old man was in a good humor, and was happy to have guests. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
|
|