• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: IL, in

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
IL n written, abbreviation (US state: Illinois)Ιλινόι ουσ ουδ άκλ
  (συχνό, αν και λανθασμένο)Ιλινόις ουσ ουδ άκλ
  (σντμ: σε ταχυδρομική διεύθυνση)IL ουσ ουδ άκλ
 The package is addressed to IL.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
in prep (inside)μέσα σε πρόθ
  σε προθ
  (επίσημο)εντός επίρ
 I left your book in the car.
 Άφησα το βιβλίο σου μέσα στο (or: στο) αυτοκίνητο.
in prep US (into)σε προθ
 He came in the room after you left.
 Μπήκε στο δωμάτιο αφού έφυγες.
in prep (in a geographical location)σε προθ
 I live in a small town in France, but my family lives in London.
 I'll take you to my favourite shop in the city centre.
in adv (into a position)μέσα επίρ
Σχόλιο: Συχνά παραλλείπεται, π.χ. Πρώτα βάλε τις μπαταρίες και μετά θέσε το σε λειτουργία.
 First put the batteries in and then turn it on.
 Πρώτα βάλε μέσα τις μπαταρίες και μετά θέσε το σε λειτουργία.
in prep (time: within) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 I'll be leaving in March.
 Θα φύγω τον Μάρτιο.
in prep (time: after)σε πρόθ
 Call me again in two days.
 Ξαναπάρε με τηλέφωνο σε δυο μέρες.
in prep (time: within a period)εδώ και περίφρ
 I haven't seen you in years! How have you been?
 This window's a bit stiff; it hasn't been opened in at least a month.
in prep (category) (κατηγορία)σε πρόθ
 She works in marketing.
 Απασχολείται στο μάρκετινγκ.
in prep (indicating language)σε πρόθ
Σχόλιο: Εναλλακτικά, παραλλείπονται η πρόθεση και το άρθρο, π.χ. Μου μίλησε ισπανικά.
 She spoke to me in Spanish.
 Μου μίλησε στα ισπανικά.
in prep (condition)σε πρόθ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The plate was lying in fragments on the ground.
 Το πιάτο ήταν σκορπισμένο σε κομμάτια στο πάτωμα.
in adv (in style)στη μόδα, της μόδας περίφρ
  (καθομιλουμένη, ξενικό)ιν επίθ
 Mini skirts are in this season.
 Τα μίνι είναι στη μόδα αυτή την εποχή.
 Τα μίνι είναι ιν αυτή την εποχή.
in adv (at home)στο σπίτι περίφρ
  (καθομιλουμένη)σπίτι ουσ ουδ
 I'm afraid George isn't in right now.
 Φιβάμαι ότι ο Γιώργος δεν είναι στο σπίτι τώρα.
 Φοβάμαι ότι ο Γιώργος δεν είναι σπίτι τώρα.
in adv (in office)στο γραφείο περίφρ
  (γιατρός)στο ιατρείο περίφρ
 The doctor was not in, so I left a message.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
in adv (into a place)μέσα επίρ
 He opened the door and they all walked in.
in adv used in compounds (in power) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
Σχόλιο: vote sb in, come in
 She was voted in by a large majority.
 Την ψήφισε η συντριπτική πλειοψηφία.
in adv (baseball: closer to home)πιο κοντά στην αρχική βάση, πιο κοντά στην αρχική πλάκα περίφρ
 The infielders play in when there is a runner on third.
in adv (in favor with [sb](επίσημο)ευνοούμενος μτχ ενεστ
 He's always in with the bosses.
in adv (in season) (γενική)εποχής ουσ θηλ
  εποχή ουσ θηλ
 You have to wait another month for raspberries to be in.
 Πρέπει να περιμένεις έναν ακόμη μήνα, για να γίνουν τα βατόμουρα φρούτα εποχής.
 Πρέπει να περιμένεις έναν ακόμη μήνα, για να έρθει η εποχή των βατόμουρων.
in adv (sports: within bounds)μέσα επίρ
  (επίσημο)εντός επίρ
 The ball was in! She's won the match!
in,
in.
n
written, invariable, abbreviation (inch)ίντσα ουσ θηλ
Σχόλιο: "ins" or "ins." are commonly used alternatives in the plural.
 I am 5 ft. 2 in. tall.
 Έχω ύψος 5 πόδια και 2 ίντσες.
in n informal (favorable position)μη διαθέσιμη μετάφραση
 That actress got the role because she has an in with the director.
in,
im,
il,
ir
prefix
(not, non)αν-, α- πρόθημα
Σχόλιο: im: words starting with b, p, m, il: words starting with l, ir: words starting with r
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία σε όλες τις περιπτώσεις.
 For example: insincere, imperfect, illegal, irregular
in,
im,
il,
ir
prefix
(into, towards)εισ- πρόθημα
Σχόλιο: im: words starting with b, p, m, il: words starting with l, ir: words starting with r
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία σε όλες τις περιπτώσεις.
 For example: immigrate, infiltrate
in,
im,
il,
ir
prefix
(causative function)δια- πρόθημα
Σχόλιο: im: words starting with b, p, m, il: words starting with l, ir: words starting with r
Σχόλιο: Συνήθως δεν υπάρχει αντιστοιχία.
 For example: inflame, imperil, irradiate, illuminate
in prep (limit: within)μέσα επίρ
  εντός επίρ
 The answer is in the normal range.
in prep (with a specified manner)με πρόθ
 He did it in anger.
in prep (with regard to)σε πρόθ
 There was a decline in enrolment last quarter.
in prep (indicating inclusion)σε πρόθ
 Did you read that in a book?
in prep (musical key)σε πρόθ
 If you can play it in F I can sing it.
in prep (as a part of)σε πρόθ
 In planning your estate you should consider all possible heirs.
in prep (out of)σε πρόθ
 Two in five students admit to playing video games when they should be doing homework.
 Δύο στους πέντε μαθητές παραδέχονται ότι παίζουν βιντεοπαιχνίδια την ώρα που θα έπρεπε να διαβάζουν.
be in vi + adv (willing to be involved)είμαι μέσα έκφρ
 A hike in the mountains? I'm in!
 Πεζοπορία στο βουνό; Είμαι μέσα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Phrasal verbs
in | IL
ΑγγλικάΕλληνικά
add [sth] in,
add in [sth]
vtr phrasal sep
(include)προσθέτω ρ μ
  (καθομιλουμένη)βάζω και κτ περίφρ
 Hot chocolate tastes especially good if you add in a little salt.
 Η ζεστή σοκολάτα αποκτά ιδιαίτερη νοστιμιά αν προσθέσεις λίγο αλάτι.
 Η ζεστή σοκολάτα αποκτά ιδιαίτερη νοστιμιά αν βάλεις και λίγο αλάτι.
ask [sb] in vtr phrasal insep (invite to enter)καλώ κπ να περάσει μέσα περίφρ
 The plumber showed Jenny his ID badge and she asked him in.
barge in vi phrasal informal (enter uninvited)εισβάλλω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)μπουκάρω ρ αμ
 They won't be happy if we just barge in.
barge in on [sth] vi phrasal + prep informal (interrupt [sth])εισβάλλω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  διακόπτω ρ μ
  (καθομιλουμένη)μπουκάρω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 It was rude of you to barge in on their family reunion.
barge in on [sb] vi phrasal + prep informal (interrupt [sb](καθομιλουμένη, μεταφορικά)χώνομαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
  διακόπτω ρ μ
 She barged in on me while I was getting dressed!
barge in vi phrasal informal, figurative (interrupt a conversation) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πετάγομαι ρ αμ
 That boy has a habit of barging in whenever I am talking to my gardener.
barge in on [sth] vi phrasal + prep informal, figurative (conversation: interrupt) (καθομιλουμένη)πετάγομαι σε κτ, χώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  διακόπτω ρ μ
 What makes you think you can just barge in on someone else's conversation?
bash [sth] in,
bash in [sth]
vtr phrasal sep
informal (break by hitting)σπάω κτ για να μπω περίφρ
 As I couldn't find the key to the shed, I had to bash the door in.
 Αφού δεν έβρισκα το κλειδί της αποθήκης, αναγκάστηκα να σπάσω την πόρτα για να μπω.
bask in [sth] vtr phrasal insep figurative (enjoy, take pleasure in)απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι ρ αμ
 I bask in the warmth of my family's love.
 Απολαμβάνω (or: Ευχαριστιέμαι) τη ζεστασιά από την αγάπη της οικογένειάς μου.
bask in [sth] vtr phrasal insep (enjoy exposure to: light, warmth)απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι ρ αμ
  (πιο απλά, στον ήλιο)λιάζομαι ρ αμ
 Meerkats enjoy basking in the sun.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
in | IL
ΑγγλικάΕλληνικά
A bird in the hand is worth two in the bush. expr (Don't risk what you have.)κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι έκφρ
 I'm told I can do better if I keep looking for opportunities, but I'll stay at this job for now; after all, a bird in the hand is worth two in the bush.
a drop in the bucket n US, informal, figurative (amount: trivial)σταγόνα στον ωκεανό έκφρ
 The U.S. needs to redevelop passenger rail; Amtrak funding is just a drop in the bucket.
 Οι ΗΠΑ πρέπει να αναπτύξουν εκ νέου τους επιβατικούς σιδηρόδρομους· η χρηματοδότηση της Amtrak είναι απλώς σταγόνα στον ωκεανό.
a drop in the bucket n US, informal, figurative ([sth]: inconsequential)ασήμαντος, αδιάφορος ουσ αρσ
a drop in the ocean (UK),
a drop in the bucket (US)
n
figurative, informal, UK (amount: trivial) (μεταφορικά)σταγόνα στον ωκεανό έκφρ
 The money I give to charity is a drop in the ocean compared to some people.
 Τα χρήματα που δίνω σε φιλανθρωπίες είναι σταγόνα στον ωκεανό σε σύγκριση με κάποιους άλλους.
a drop in the ocean n figurative, informal, UK ([sth], [sb]: inconsequential) (καθομιλουμένη: μπροστά σε κτ)τίποτα ουσ ουδ άκλ
 I am just a drop in the ocean of many dozens of candidates vying for this job.
a feather in your cap n figurative (achievement) (μεταφορικά)άλλο ένα παράσημο στο πέτο μου φρ ως ουσ ουδ
A friend in need is a friend indeed. expr ([sb] who helps is real friend)Ο καλός ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται. έκφρ
 When I was sick you certainly proved the old saying, "A friend in need is a friend indeed."
a match made in heaven n figurative (lovers: perfect couple)τέλειο ζευγάρι φρ ως ουσ ουδ
  (μεταφορικά)αδερφές ψυχές φρ ως ουσ θηλ πλ
 It was a match made in heaven, and they lived happily ever after.
a match made in heaven n figurative (things: perfect pairing)που ταιριάζει τέλεια περίφρ
  (μεταφορικά)που ταιριάζει γάντι περίφρ
  (μεταφορικά)που έρχεται κουτί περίφρ
a needle in a haystack n figurative ([sth] impossible to find) (μεταφορικά)ψύλλος στα άχυρα έκφρ
a roll in the hay n figurative, informal (sexual intercourse)σεξ ουσ ουδ άκλ
  (αργκό, προσβλητικό)φίκι φίκι ουσ ουδ άκλ
  (ευφημισμός)ένα γρήγορο φρ ως ουσ ουδ
a stitch in time saves nine expr figurative (best to act without delay)το γοργόν και χάριν έχει έκφρ
in abeyance adv (in a suspended state)σε εκκρεμότητα περίφρ
 The government will keep the new law in abeyance for two years.
in abeyance adv (law: without an owner)μη διαθέσιμη μετάφραση
 The estate is in abeyance until the court case is settled.
abound in [sth] vi + prep (have a plentiful amount of [sth])είμαι γεμάτος από κτ, είμαι γεμάτος με κτ, είμαι γεμάτος κτ ρ έκφρ
  (μεταφορικά)είμαι πλούσιος σε κτ ρ έκφρ
  (λόγιος)βρίθω από κτ ρ αμ + πρόθ
 The fields in this area abound in wildflowers.
absorbed in [sth] adj + prep figurative (person: concentrating) (μτφ: από/σε κάτι)απορροφημένος μτχ πρκ
  (σε κάτι)προσηλωμένος, αφοσιωμένος μτχ πρκ
 She was so absorbed in the novel that she didn't hear the telephone ring.
 Ήταν τόσο απορροφημένη από το μυθιστόρημα, που δεν άκουσε το χτύπημα του τηλεφώνου.
absorbed in doing [sth] adj + prep figurative (person: engrossed in) (μτφ: από/σε κάτι)απορροφημένος μτχ πρκ
  (σε κάτι)προσηλωμένος, αφοσιωμένος μτχ πρκ
 Fiona was absorbed in painting a portrait.
ace in the hole n figurative, slang (asset, trump) (μεταφορικά)άσσος στο μανίκι εκφρ
  (καθομιλουμένη)ατού ουσ ουδ άκλ
 Gloria's ace in the hole is her fantastic singing voice.
ace in the hole n figurative, slang (hidden advantage) (καθομιλουμένη)άσσος στο μανίκι εκφρ
 The manager decided it was time to reveal his ace in the hole, and brought on striker Wayne Rooney.
acquiesce in [sth] vi + prep formal (submit, consent to: an event) (επίσημο)συναινώ σε κτ ρ αμ + πρόθ
  αποδέχομαι ρ μ
 If you don't oppose what's happening, you acquiesce in it.
act in concert v expr (do [sth] together)ενεργώ από κοινού ρ αμ
 The criminals were acting in concert to scam hundreds of people out of their life savings.
act in the interests of [sb/sth] vtr (act to protect or help)ενεργώ προς όφελος κπ/κτ, ενεργώ προς το συμφέρον κπ/κτ έκφρ
 An attorney will always act in the best interests of her client.
 Μια δικηγόρος πάντα θα ενεργεί προς όφελος του πελάτη της.
advantage in n (tennis: server's point)πλεονέκτημα ουσ ουδ
agreement in principle n (accept an idea in theory)συμφωνία στην θεωρία ουσ θηλ
aid [sb] in doing [sth] v expr (help)βοηθάω κπ να κάνει κτ, βοηθώ κπ να κάνει κτ ρ μ
 Rosa aided her brother in starting his business.
 Her parents' financial contribution aided Joy in buying the house.
 Η Ρόζα βοήθησε τον αδερφό της να στήσει την επιχείρησή του.
all in adv (risking all money)όλα για όλα έκφρ
 It is more prudent to diversify your investments rather than dive all in with one big one.
all in adv figurative (act: risking everything)όλα για όλα έκφρ
 We have decided to jump all in and buy the house in France!
 Αποφασίσαμε να τα παίξουμε όλα για όλα και να αγοράσουμε το σπίτι στη Γαλλία!
all in adv UK (in all, overall)συνολικά επίρ
 Taking into account the purchase price and all the repairs needed, the car cost us £10,000 all in.
all in adj informal, US regional and UK (exhausted, very tired) (αργκό, μεταφορικά)πτώμα, λιώμα, χώμα ουσ ως επίθ
  (αργκό, μεταφορικά)που τα έχει φτύσει, που τα έχει παίξει έκφρ
  εξαντλημένος, κατάκοπος επίθ
 Joe is all in after working on the farm from sunrise to sunset.
all in a day's work expr informal, figurative (routine activity)καθημερινότητα ουσ θηλ
  κάτι που κάνω κάθε μέρα περίφρ
 There's no need to thank me - it's all in a day's work for me.
all in all adv (on the whole)γενικά, συνολικά επίρ
  εν γένει φρ ως επίρ
 All in all, I think you did a fine job.
 The trip wasn't perfect, but all in all, I'm glad we went.
 Γενικά, πιστεύω ότι έκανες καλή δουλειά. // Το ταξίδι δεν ήταν τέλειο, αλλά γενικά χαίρομαι που πήγαμε.
all in good time expr (be patient)όλα στην ώρα τους έκφρ
  κάθε πράγμα στον καιρό του έκφρ
 The doctor assured the family that the patient would be out of hospital the next day, all in good time.
all the time in the world n figurative (as much time as needed)όσο χρόνο χρειαστεί περίφρ
  πολύ χρόνο επίθ + ουσ αρσ
  (μεταφορικά)όλο τον καιρό μπροστά μου έκφρ
all the way in adv (completely in)εντελώς μέσα φρ ως επίρ
  τέρμα μέσα, μέσα-μέσα φρ ως επίρ
 To get the card to work, you have to put it all the way in.
all-in-one adj (combined, comprehensive)όλα σε ένα έκφρ
Σχόλιο: Όταν αναφέρεται σε μηχανήματα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ο όρος «πολυμηχάνημα».
 I have an all-in-one printer; it prints, scans, and photocopies.
all-in-one,
one-piece
n
UK (bodysuit, catsuit)ολόσωμη φόρμα επίθ + ουσ θηλ
 Gloria was wearing an all-in-one.
be anchored in [sth] v expr figurative (have a strong link to)εδράζομαι σε κτ περίφρ
  βασίζομαι σε κτ περίφρ
  περιλαμβάνομαι σε κτ περίφρ
  είμαι ενταγμένος σε κτ περίφρ
 The traditions of this annual festival are anchored in the distant past.
any port in a storm expr figurative (Any aid will be helpful)κάθε βοήθεια δεκτή έκφρ
  από το τίποτα... έκφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)από το ολότελα καλή και η Παναγιώταινα έκφρ
Σχόλιο: Usually used as a complete sentence
appear in [sth] vi + prep (play a role, perform)εμφανίζομαι ρ αμ
  παίζω ρ αμ
 He has appeared in several television shows.
 Έχει εμφανιστεί σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές.
appear in [sth] vi + prep (be published)εμφανίζομαι ρ αμ
 The picture appeared in many newspapers.
 Η εικόνα εμφανίστηκε σε πολλές εφημερίδες.
appear in print v expr (be printed, be published)δημοσιεύομαι ρ αμ
  εκδίδομαι ρ αμ
 My sister wrote a novel ten years ago, but I don't think it will ever actually appear in print.
arm in arm adj (with arms linked)χεράκι-χεράκι, χέρι-χέρι έκφρ
 The lovers were arm in arm as they walked along the beach.
 Οι εραστές κρατιόντουσαν χέρι-χέρι καθώς περπατούσαν στην παραλία.
arm in arm adv (with arms linked)χεράκι-χεράκι, χέρι-χέρι έκφρ
 They walked arm-in-arm down the street.
 Περπάτησαν στον δρόμο χέρι-χέρι.
array [sb] in [sth] vtr often passive (dress) (κάποιον με κάτι)ντύνω ρ μ
  (κάτι σε κάποιον)φοράω, φορώ ρ μ
  (εγώ ο ίδιος: με κάτι)είμαι ντυμένος ρ έκφρ
  (εγώ ιο ίδιος: κάτι)φοράω, φορώ ρ μ
 The geisha was arrayed in a deep purple kimono with intricate embroidery.
arrayed in [sth] adj + prep literary (dressed in, wearing)ντυμένος με κτ μτχ πρκ + προθ
  που φοράει κτ περίφρ
  (λόγιο)ενδεδυμένος μτχ πρκ
artist-in-residence adj (artist temporarily at an institution)απασχολούμενος καλλιτέχνης ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 This summer, the artist-in-residence is an installation artist who has exhibited all over the world.
assist in [sth] vi + prep (help with) (σε κάτι, με κάτι)βοηθάω, βοηθώ ρ αμ
 Officer Blue assisted in the recent murder investigation.
 Ο Αστυνόμος Μπλου βοήθησε στην πρόσφατη εξιχνίαση φόνου.
assist in doing [sth] v expr (participate, help with) (να γίνει κάτι)βοηθάω, βοηθώ ρ μ
 A passerby assisted in giving the woman medical attention.
assist [sb] in doing [sth] v expr (help to do)βοηθάω κτ να κάνει κτ, βοηθώ κπ να κάνει κτ έκφρ
 Naomi's cousins assisted her in making preparations for the wedding.
at the forefront,
in the forefront
adv
(in the vanguard)πρωτοπόρος επίθ
  (μεταφορικά)επικεφαλής επίθ
  (κατά λέξη)στην πρωτοπορία φρ ως επίρ
at the forefront of [sth],
in the forefront of [sth]
adv
(in the vanguard)πρωτοπόρος επίθ
  (μεταφορικά)επικεφαλής επίθ
  (κατά λέξη)στην πρωτοπορία φρ ως επίρ
 Yves Saint Laurent was at the forefront of haute couture for years.
at the vanguard,
in the vanguard
adv
figurative (at the forefront) (μεταφορικά)στην πρώτη γραμμή έκφρ
  (μεταφορικά: τεχνολογία)στην αιχμή έκφρ
 In terms of technological innovation, the company is definitely marching in the vanguard.
at the vanguard of [sth],
in the vanguard of [sth]
expr
figurative (at the forefront of) (μεταφορικά)στην πρώτη γραμμή του/της έκφρ
  (μεταφορικά)στην αιχμή της τεχνολογίας έκφρ
 This writer is at the vanguard of modern English literature.
 We've always been in the vanguard of technological innovation.
at this moment in time expr (now, at present)αυτή την περίοδο, αυτή την χρονική στιγμή, τώρα επίρ
Σχόλιο: επιρρηματικοί προσδιορισμοί
 I am not studying English at this moment in time.
at this point in time expr (currently, now)αυτή τη στιγμή έκφρ
  αυτή την περίοδο έκφρ
attire [sb] in [sth] vtr + prep formal (dress)ντύνω ρ μ
  (επίσημο, παλαιό)ενδύω ρ μ
 The ladies-in-waiting attired the queen in a lavish silk ball gown.
 Οι κυρίες των τιμών έντυσαν τη βασίλισσα με ένα πολυτελές μεταξωτό βραδινό φόρεμα.
attorney-in-fact n US (lawyer acting on behalf of [sb])πληρεξούσιος δικηγόρος επίθ + ουσ αρσ/θηλ
babe in the woods n figurative, often plural (innocent, naive person)αθώος, αφελής επίθ
  (μεταφορικά)πρόβατο ουσ ουδ
back in action adj informal (functioning or performing again)έτοιμος για δράση, έτοιμος για να επιστρέψω στην ενεργό δράση περίφρ
  (μεταφορικά)ετοιμοπόλεμος επίθ
 The doctor said I will be back in action in a few days, as soon as the scarring heals.
back in action adj figurative, informal (at work again)έχω επιστρέψει στα καθήκοντά μου περίφρ
  έχω επιστρέψει στην ενεργό δράση περίφρ
 After being away so long, we are all happy to see her back in action.
back in the day expr (introduces reminiscence)τον παλιό καιρό έκφρ
  τότε επίρ
 Back in the day, we only had a handful of TV channels.
back in the saddle adv figurative, informal (at work again)πίσω στη δουλειά περίφρ
  πίσω στη ενεργό δράση περίφρ
  έχω επιστρέψει στη δουλειά περίφρ
  έχω επιστρέψει στην ενεργό δράση περίφρ
 It felt good to be back in the saddle after three months of sick leave.
at the back of your mind,
in the back of your mind
expr
(in background thought processes)στο πίσω μέρος του μυαλού μου έκφρ
be in a bad place,
be in a dark place
v expr
figurative, informal (be in a poor state of mind, unhappy)δεν είμαι καλά έκφρ
  είμαι σε άσχημη κατάσταση έκφρ
bad turn in the weather n (change to unpleasant weather)αλλαγή του καιρού προς το χειρότερο περίφρ
  επιδείνωση του καιρού περίφρ
 The meteorologists are predicting a bad turn in the weather this weekend.
bag-in-box n (container for liquids)ασκός ουσ αρσ
  (απόλυτη ακρίβεια)ασκός μέσα σε χαρτόκουτο φρ ως ουσ αρσ
bake [sth] in vtr + adv (computing: integrate)ενσωματώνω ρ μ
baked in the cake,
baked-in-the-cake
adj
US, figurative, informal (inevitable)αναπόφευκτος επίθ
  (καθομιλουμένη)δεν το γλυτώνω με τίποτα έκφρ
Σχόλιο: Hyphens are used when the adjective precedes the noun
be based in v expr (having work base)έχω ως βάση, έχω ως έδρα περίφρ
 The consultant was based in Miami but worked all over the country.
 Ο σύμβουλος είχε ως βάση (or: έδρα) το Μαϊάμι, αλλά εργαζόταν σε ολόκληρη τη χώρα.
be based in v expr (film: take place)εκτυλίσσομαι ρ αμ
 The movie is based in Seattle, but sometimes episodes take place in Portland.
 Η ταινία εκτυλίσσεται στο Σιάτλ, αλλά μερικές φορές τα επεισόδια διεξάγονται στο Πόρτλαντ.
bathe [sth] in [sth] vtr + prep (immerse) (επίσημο)βυθίζω ρ μ
  βουτάω, βουτώ ρ μ
 Bathe the chicken in a mixture of water, salt, vinegar, and brown sugar.
 Βούτηξε το κοτόπουλο σε ένα μείγμα από νερό, αλάτι, ξύδι και μαύρη ζάχαρη.
bathe [sth] in [sth] vtr + prep figurative, usually passive (immerse in sunlight) (κτ με κτ)λούζω ρ μ
 The room was bathed in warm sunlight.
 Το ζεστό φως του ήλιου έλουζε το δωμάτιο.
bathe in [sth] vi + prep figurative (relish)απολαμβάνω ρ μ
 Lena bathed in the praise showered upon her after her performance in the play.
bathed in tears adj figurative, poetic (face: wet from crying)μούσκεμα από τα δάκρυα εκφρ
 She looked up, her face bathed in tears, and said: "Please don't go."
be bogged down in/by [sth] v expr figurative (encumbered or oppressed) (μτφ: σε κτ ή με κτ)πνιγμένος μτχ πρκ
 The lawyer was bogged down in paper work.
be in a funk expr informal, US (feel depressed) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)είμαι στις μαύρες μου, έχω τις μαύρες μου έκφρ
 Lizzie's daughter has been in a funk since she lost her job.
be in a good place,
be in a happy place
v expr
figurative, informal (be happy, contented)είμαι καλά έκφρ
  είμαι ευχαριστημένος έκφρ
be in a sulk v expr informal (be in sullen mood, pout)είμαι μουτρωμένος, έχω μουτρώσει έκφρ
  είμαι μουτρωμένος και δεν σηκώνω κουβέντα έκφρ
be in contact v expr (be communicating)μιλάω με κπ ρ αμ + πρόθ
  έχω επαφή με κπ έκφρ
  επικοινωνώ με κπ ρ αμ + πρόθ
 Do you know how Steve's doing these days? Are you two still in contact?
be in contact with [sb/sth] v expr (communicate with)συνδέομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  σχετίζομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  έχω σχέση με κπ/κτ έκφρ
 The man suspected of the bombing attack had been in contact with a foreign terrorist organization.
be in contact with [sth] v expr (touch)έρχομαι σε επαφή με κτ έκφρ
  βρίσκομαι σε επαφή με κτ έκφρ
 I develop a rash if my skin is in contact with nickel for too long.
be in for the long haul,
be in [sth] for the long haul
v expr
(be committed to [sth] long-term)έχω δεσμευτεί έκφρ
  δεν πάω πουθενά έκφρ
  είμαι εδώ για να μείνω έκφρ
be in labor (US),
be in labour (UK)
v expr
(be in process of giving birth)γεννάω, γεννώ ρ αμ
  (επίσημο)έχει ξεκινήσει ο τοκετός έκφρ
be in the driver's seat,
take the driver's seat,
have the driver's seat,
be in the driving seat
v expr
figurative (have control) (μεταφορικά)παίρνω τα ηνία, κρατάω το τιμόνι έκφρ
 If he thinks he can lead the team better, let him have the driver's seat.
be in touch v expr informal (stay in contact)κρατάω επαφή περίφρ
 Are you two still in touch?
 Έχετε κρατήσει επαφή;
be in touch v expr informal (make contact) (καθομ, μεταφορικά: προφορικά)μιλάω ρ αμ
  τα λέμε έκφρ
  (με οποιοδήποτε τρόπο)επικοινωνώ ρ αμ
 We'll be in touch soon.
 Μιλάμε σύντομα.
be in touch with [sb] v expr informal (make contact)επικοινωνώ με κπ περίφρ
 Have you been in touch with her recently?
be in touch with [sb] v expr informal (habitually be in contact)κρατάω επαφή με κπ, είμαι σε επαφή με κπ περίφρ
 Are you still in touch with your friends from high school?
 Έχεις κρατήσει επαφή με τους φίλους σου από το λύκειο;
be in with [sb] v expr informal (be friendly with)έχω φιλικές σχέσεις με κπ, τα πάω καλά με κπ έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση IL στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «IL».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!