Σύνθετοι τύποι: in | IL |
A bird in the hand is worth two in the bush. expr | (Don't risk what you have.) | κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι έκφρ |
| I'm told I can do better if I keep looking for opportunities, but I'll stay at this job for now; after all, a bird in the hand is worth two in the bush. |
a drop in the bucket n | US, informal, figurative (amount: trivial) | σταγόνα στον ωκεανό έκφρ |
| The U.S. needs to redevelop passenger rail; Amtrak funding is just a drop in the bucket. |
| Οι ΗΠΑ πρέπει να αναπτύξουν εκ νέου τους επιβατικούς σιδηρόδρομους· η χρηματοδότηση της Amtrak είναι απλώς σταγόνα στον ωκεανό. |
a drop in the bucket n | US, informal, figurative ([sth]: inconsequential) | ασήμαντος, αδιάφορος ουσ αρσ |
a drop in the ocean (UK), a drop in the bucket (US) n | figurative, informal, UK (amount: trivial) (μεταφορικά) | σταγόνα στον ωκεανό έκφρ |
| The money I give to charity is a drop in the ocean compared to some people. |
| Τα χρήματα που δίνω σε φιλανθρωπίες είναι σταγόνα στον ωκεανό σε σύγκριση με κάποιους άλλους. |
a drop in the ocean n | figurative, informal, UK ([sth], [sb]: inconsequential) (καθομιλουμένη: μπροστά σε κτ) | τίποτα ουσ ουδ άκλ |
| I am just a drop in the ocean of many dozens of candidates vying for this job. |
a feather in your cap n | figurative (achievement) (μεταφορικά) | άλλο ένα παράσημο στο πέτο μου φρ ως ουσ ουδ |
A friend in need is a friend indeed. expr | ([sb] who helps is real friend) | Ο καλός ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται. έκφρ |
| When I was sick you certainly proved the old saying, "A friend in need is a friend indeed." |
a match made in heaven n | figurative (lovers: perfect couple) | τέλειο ζευγάρι φρ ως ουσ ουδ |
| (μεταφορικά) | αδερφές ψυχές φρ ως ουσ θηλ πλ |
| It was a match made in heaven, and they lived happily ever after. |
a match made in heaven n | figurative (things: perfect pairing) | που ταιριάζει τέλεια περίφρ |
| (μεταφορικά) | που ταιριάζει γάντι περίφρ |
| (μεταφορικά) | που έρχεται κουτί περίφρ |
a needle in a haystack n | figurative ([sth] impossible to find) (μεταφορικά) | ψύλλος στα άχυρα έκφρ |
a roll in the hay n | figurative, informal (sexual intercourse) | σεξ ουσ ουδ άκλ |
| (αργκό, προσβλητικό) | φίκι φίκι ουσ ουδ άκλ |
| (ευφημισμός) | ένα γρήγορο φρ ως ουσ ουδ |
a stitch in time saves nine expr | figurative (best to act without delay) | το γοργόν και χάριν έχει έκφρ |
in abeyance adv | (in a suspended state) | σε εκκρεμότητα περίφρ |
| The government will keep the new law in abeyance for two years. |
in abeyance adv | (law: without an owner) | μη διαθέσιμη μετάφραση |
| The estate is in abeyance until the court case is settled. |
abound in [sth] vi + prep | (have a plentiful amount of [sth]) | είμαι γεμάτος από κτ, είμαι γεμάτος με κτ, είμαι γεμάτος κτ ρ έκφρ |
| (μεταφορικά) | είμαι πλούσιος σε κτ ρ έκφρ |
| (λόγιος) | βρίθω από κτ ρ αμ + πρόθ |
| The fields in this area abound in wildflowers. |
absorbed in [sth] adj + prep | figurative (person: concentrating) (μτφ: από/σε κάτι) | απορροφημένος μτχ πρκ |
| (σε κάτι) | προσηλωμένος, αφοσιωμένος μτχ πρκ |
| She was so absorbed in the novel that she didn't hear the telephone ring. |
| Ήταν τόσο απορροφημένη από το μυθιστόρημα, που δεν άκουσε το χτύπημα του τηλεφώνου. |
absorbed in doing [sth] adj + prep | figurative (person: engrossed in) (μτφ: από/σε κάτι) | απορροφημένος μτχ πρκ |
| (σε κάτι) | προσηλωμένος, αφοσιωμένος μτχ πρκ |
| Fiona was absorbed in painting a portrait. |
ace in the hole n | figurative, slang (asset, trump) (μεταφορικά) | άσσος στο μανίκι εκφρ |
| (καθομιλουμένη) | ατού ουσ ουδ άκλ |
| Gloria's ace in the hole is her fantastic singing voice. |
ace in the hole n | figurative, slang (hidden advantage) (καθομιλουμένη) | άσσος στο μανίκι εκφρ |
| The manager decided it was time to reveal his ace in the hole, and brought on striker Wayne Rooney. |
acquiesce in [sth] vi + prep | formal (submit, consent to: an event) (επίσημο) | συναινώ σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | αποδέχομαι ρ μ |
| If you don't oppose what's happening, you acquiesce in it. |
act in concert v expr | (do [sth] together) | ενεργώ από κοινού ρ αμ |
| The criminals were acting in concert to scam hundreds of people out of their life savings. |
act in the interests of [sb/sth] vtr | (act to protect or help) | ενεργώ προς όφελος κπ/κτ, ενεργώ προς το συμφέρον κπ/κτ έκφρ |
| An attorney will always act in the best interests of her client. |
| Μια δικηγόρος πάντα θα ενεργεί προς όφελος του πελάτη της. |
advantage in n | (tennis: server's point) | πλεονέκτημα ουσ ουδ |
agreement in principle n | (accept an idea in theory) | συμφωνία στην θεωρία ουσ θηλ |
aid [sb] in doing [sth] v expr | (help) | βοηθάω κπ να κάνει κτ, βοηθώ κπ να κάνει κτ ρ μ |
| Rosa aided her brother in starting his business. |
| Her parents' financial contribution aided Joy in buying the house. |
| Η Ρόζα βοήθησε τον αδερφό της να στήσει την επιχείρησή του. |
all in adv | (risking all money) | όλα για όλα έκφρ |
| It is more prudent to diversify your investments rather than dive all in with one big one. |
all in adv | figurative (act: risking everything) | όλα για όλα έκφρ |
| We have decided to jump all in and buy the house in France! |
| Αποφασίσαμε να τα παίξουμε όλα για όλα και να αγοράσουμε το σπίτι στη Γαλλία! |
all in adv | UK (in all, overall) | συνολικά επίρ |
| Taking into account the purchase price and all the repairs needed, the car cost us £10,000 all in. |
all in adj | informal, US regional and UK (exhausted, very tired) (αργκό, μεταφορικά) | πτώμα, λιώμα, χώμα ουσ ως επίθ |
| (αργκό, μεταφορικά) | που τα έχει φτύσει, που τα έχει παίξει έκφρ |
| | εξαντλημένος, κατάκοπος επίθ |
| Joe is all in after working on the farm from sunrise to sunset. |
all in a day's work expr | informal, figurative (routine activity) | καθημερινότητα ουσ θηλ |
| | κάτι που κάνω κάθε μέρα περίφρ |
| There's no need to thank me - it's all in a day's work for me. |
all in all adv | (on the whole) | γενικά, συνολικά επίρ |
| | εν γένει φρ ως επίρ |
| All in all, I think you did a fine job. |
| The trip wasn't perfect, but all in all, I'm glad we went. |
| Γενικά, πιστεύω ότι έκανες καλή δουλειά. // Το ταξίδι δεν ήταν τέλειο, αλλά γενικά χαίρομαι που πήγαμε. |
all in good time expr | (be patient) | όλα στην ώρα τους έκφρ |
| | κάθε πράγμα στον καιρό του έκφρ |
| The doctor assured the family that the patient would be out of hospital the next day, all in good time. |
all the time in the world n | figurative (as much time as needed) | όσο χρόνο χρειαστεί περίφρ |
| | πολύ χρόνο επίθ + ουσ αρσ |
| (μεταφορικά) | όλο τον καιρό μπροστά μου έκφρ |
all the way in adv | (completely in) | εντελώς μέσα φρ ως επίρ |
| | τέρμα μέσα, μέσα-μέσα φρ ως επίρ |
| To get the card to work, you have to put it all the way in. |
all-in-one adj | (combined, comprehensive) | όλα σε ένα έκφρ |
Σχόλιο: Όταν αναφέρεται σε μηχανήματα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ο όρος «πολυμηχάνημα». |
| I have an all-in-one printer; it prints, scans, and photocopies. |
all-in-one, one-piece n | UK (bodysuit, catsuit) | ολόσωμη φόρμα επίθ + ουσ θηλ |
| Gloria was wearing an all-in-one. |
be anchored in [sth] v expr | figurative (have a strong link to) | εδράζομαι σε κτ περίφρ |
| | βασίζομαι σε κτ περίφρ |
| | περιλαμβάνομαι σε κτ περίφρ |
| | είμαι ενταγμένος σε κτ περίφρ |
| The traditions of this annual festival are anchored in the distant past. |
any port in a storm expr | figurative (Any aid will be helpful) | κάθε βοήθεια δεκτή έκφρ |
| | από το τίποτα... έκφρ |
| (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | από το ολότελα καλή και η Παναγιώταινα έκφρ |
Σχόλιο: Usually used as a complete sentence |
appear in [sth] vi + prep | (play a role, perform) | εμφανίζομαι ρ αμ |
| | παίζω ρ αμ |
| He has appeared in several television shows. |
| Έχει εμφανιστεί σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές. |
appear in [sth] vi + prep | (be published) | εμφανίζομαι ρ αμ |
| The picture appeared in many newspapers. |
| Η εικόνα εμφανίστηκε σε πολλές εφημερίδες. |
appear in print v expr | (be printed, be published) | δημοσιεύομαι ρ αμ |
| | εκδίδομαι ρ αμ |
| My sister wrote a novel ten years ago, but I don't think it will ever actually appear in print. |
arm in arm adj | (with arms linked) | χεράκι-χεράκι, χέρι-χέρι έκφρ |
| The lovers were arm in arm as they walked along the beach. |
| Οι εραστές κρατιόντουσαν χέρι-χέρι καθώς περπατούσαν στην παραλία. |
arm in arm adv | (with arms linked) | χεράκι-χεράκι, χέρι-χέρι έκφρ |
| They walked arm-in-arm down the street. |
| Περπάτησαν στον δρόμο χέρι-χέρι. |
array [sb] in [sth]⇒ vtr | often passive (dress) (κάποιον με κάτι) | ντύνω ρ μ |
| (κάτι σε κάποιον) | φοράω, φορώ ρ μ |
| (εγώ ο ίδιος: με κάτι) | είμαι ντυμένος ρ έκφρ |
| (εγώ ιο ίδιος: κάτι) | φοράω, φορώ ρ μ |
| The geisha was arrayed in a deep purple kimono with intricate embroidery. |
arrayed in [sth] adj + prep | literary (dressed in, wearing) | ντυμένος με κτ μτχ πρκ + προθ |
| | που φοράει κτ περίφρ |
| (λόγιο) | ενδεδυμένος μτχ πρκ |
artist-in-residence adj | (artist temporarily at an institution) | απασχολούμενος καλλιτέχνης ουσ αρσ |
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία |
| This summer, the artist-in-residence is an installation artist who has exhibited all over the world. |
assist in [sth] vi + prep | (help with) (σε κάτι, με κάτι) | βοηθάω, βοηθώ ρ αμ |
| Officer Blue assisted in the recent murder investigation. |
| Ο Αστυνόμος Μπλου βοήθησε στην πρόσφατη εξιχνίαση φόνου. |
assist in doing [sth] v expr | (participate, help with) (να γίνει κάτι) | βοηθάω, βοηθώ ρ μ |
| A passerby assisted in giving the woman medical attention. |
assist [sb] in doing [sth] v expr | (help to do) | βοηθάω κτ να κάνει κτ, βοηθώ κπ να κάνει κτ έκφρ |
| Naomi's cousins assisted her in making preparations for the wedding. |
at the forefront, in the forefront adv | (in the vanguard) | πρωτοπόρος επίθ |
| (μεταφορικά) | επικεφαλής επίθ |
| (κατά λέξη) | στην πρωτοπορία φρ ως επίρ |
at the forefront of [sth], in the forefront of [sth] adv | (in the vanguard) | πρωτοπόρος επίθ |
| (μεταφορικά) | επικεφαλής επίθ |
| (κατά λέξη) | στην πρωτοπορία φρ ως επίρ |
| Yves Saint Laurent was at the forefront of haute couture for years. |
at the vanguard, in the vanguard adv | figurative (at the forefront) (μεταφορικά) | στην πρώτη γραμμή έκφρ |
| (μεταφορικά: τεχνολογία) | στην αιχμή έκφρ |
| In terms of technological innovation, the company is definitely marching in the vanguard. |
at the vanguard of [sth], in the vanguard of [sth] expr | figurative (at the forefront of) (μεταφορικά) | στην πρώτη γραμμή του/της έκφρ |
| (μεταφορικά) | στην αιχμή της τεχνολογίας έκφρ |
| This writer is at the vanguard of modern English literature. |
| We've always been in the vanguard of technological innovation. |
at this moment in time expr | (now, at present) | αυτή την περίοδο, αυτή την χρονική στιγμή, τώρα επίρ |
Σχόλιο: επιρρηματικοί προσδιορισμοί |
| I am not studying English at this moment in time. |
at this point in time expr | (currently, now) | αυτή τη στιγμή έκφρ |
| | αυτή την περίοδο έκφρ |
attire [sb] in [sth] vtr + prep | formal (dress) | ντύνω ρ μ |
| (επίσημο, παλαιό) | ενδύω ρ μ |
| The ladies-in-waiting attired the queen in a lavish silk ball gown. |
| Οι κυρίες των τιμών έντυσαν τη βασίλισσα με ένα πολυτελές μεταξωτό βραδινό φόρεμα. |
attorney-in-fact n | US (lawyer acting on behalf of [sb]) | πληρεξούσιος δικηγόρος επίθ + ουσ αρσ/θηλ |
babe in the woods n | figurative, often plural (innocent, naive person) | αθώος, αφελής επίθ |
| (μεταφορικά) | πρόβατο ουσ ουδ |
back in action adj | informal (functioning or performing again) | έτοιμος για δράση, έτοιμος για να επιστρέψω στην ενεργό δράση περίφρ |
| (μεταφορικά) | ετοιμοπόλεμος επίθ |
| The doctor said I will be back in action in a few days, as soon as the scarring heals. |
back in action adj | figurative, informal (at work again) | έχω επιστρέψει στα καθήκοντά μου περίφρ |
| | έχω επιστρέψει στην ενεργό δράση περίφρ |
| After being away so long, we are all happy to see her back in action. |
back in the day expr | (introduces reminiscence) | τον παλιό καιρό έκφρ |
| | τότε επίρ |
| Back in the day, we only had a handful of TV channels. |
back in the saddle adv | figurative, informal (at work again) | πίσω στη δουλειά περίφρ |
| | πίσω στη ενεργό δράση περίφρ |
| | έχω επιστρέψει στη δουλειά περίφρ |
| | έχω επιστρέψει στην ενεργό δράση περίφρ |
| It felt good to be back in the saddle after three months of sick leave. |
at the back of your mind, in the back of your mind expr | (in background thought processes) | στο πίσω μέρος του μυαλού μου έκφρ |
be in a bad place, be in a dark place v expr | figurative, informal (be in a poor state of mind, unhappy) | δεν είμαι καλά έκφρ |
| | είμαι σε άσχημη κατάσταση έκφρ |
bad turn in the weather n | (change to unpleasant weather) | αλλαγή του καιρού προς το χειρότερο περίφρ |
| | επιδείνωση του καιρού περίφρ |
| The meteorologists are predicting a bad turn in the weather this weekend. |
bag-in-box n | (container for liquids) | ασκός ουσ αρσ |
| (απόλυτη ακρίβεια) | ασκός μέσα σε χαρτόκουτο φρ ως ουσ αρσ |
bake [sth] in vtr + adv | (computing: integrate) | ενσωματώνω ρ μ |
baked in the cake, baked-in-the-cake adj | US, figurative, informal (inevitable) | αναπόφευκτος επίθ |
| (καθομιλουμένη) | δεν το γλυτώνω με τίποτα έκφρ |
Σχόλιο: Hyphens are used when the adjective precedes the noun |
be based in v expr | (having work base) | έχω ως βάση, έχω ως έδρα περίφρ |
| The consultant was based in Miami but worked all over the country. |
| Ο σύμβουλος είχε ως βάση (or: έδρα) το Μαϊάμι, αλλά εργαζόταν σε ολόκληρη τη χώρα. |
be based in v expr | (film: take place) | εκτυλίσσομαι ρ αμ |
| The movie is based in Seattle, but sometimes episodes take place in Portland. |
| Η ταινία εκτυλίσσεται στο Σιάτλ, αλλά μερικές φορές τα επεισόδια διεξάγονται στο Πόρτλαντ. |
bathe [sth] in [sth] vtr + prep | (immerse) (επίσημο) | βυθίζω ρ μ |
| | βουτάω, βουτώ ρ μ |
| Bathe the chicken in a mixture of water, salt, vinegar, and brown sugar. |
| Βούτηξε το κοτόπουλο σε ένα μείγμα από νερό, αλάτι, ξύδι και μαύρη ζάχαρη. |
bathe [sth] in [sth] vtr + prep | figurative, usually passive (immerse in sunlight) (κτ με κτ) | λούζω ρ μ |
| The room was bathed in warm sunlight. |
| Το ζεστό φως του ήλιου έλουζε το δωμάτιο. |
bathe in [sth] vi + prep | figurative (relish) | απολαμβάνω ρ μ |
| Lena bathed in the praise showered upon her after her performance in the play. |
bathed in tears adj | figurative, poetic (face: wet from crying) | μούσκεμα από τα δάκρυα εκφρ |
| She looked up, her face bathed in tears, and said: "Please don't go." |
be bogged down in/by [sth] v expr | figurative (encumbered or oppressed) (μτφ: σε κτ ή με κτ) | πνιγμένος μτχ πρκ |
| The lawyer was bogged down in paper work. |
be in a funk expr | informal, US (feel depressed) (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | είμαι στις μαύρες μου, έχω τις μαύρες μου έκφρ |
| Lizzie's daughter has been in a funk since she lost her job. |
be in a good place, be in a happy place v expr | figurative, informal (be happy, contented) | είμαι καλά έκφρ |
| | είμαι ευχαριστημένος έκφρ |
be in a sulk v expr | informal (be in sullen mood, pout) | είμαι μουτρωμένος, έχω μουτρώσει έκφρ |
| | είμαι μουτρωμένος και δεν σηκώνω κουβέντα έκφρ |
be in contact v expr | (be communicating) | μιλάω με κπ ρ αμ + πρόθ |
| | έχω επαφή με κπ έκφρ |
| | επικοινωνώ με κπ ρ αμ + πρόθ |
| Do you know how Steve's doing these days? Are you two still in contact? |
be in contact with [sb/sth] v expr | (communicate with) | συνδέομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ |
| | σχετίζομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ |
| | έχω σχέση με κπ/κτ έκφρ |
| The man suspected of the bombing attack had been in contact with a foreign terrorist organization. |
be in contact with [sth] v expr | (touch) | έρχομαι σε επαφή με κτ έκφρ |
| | βρίσκομαι σε επαφή με κτ έκφρ |
| I develop a rash if my skin is in contact with nickel for too long. |
be in for the long haul, be in [sth] for the long haul v expr | (be committed to [sth] long-term) | έχω δεσμευτεί έκφρ |
| | δεν πάω πουθενά έκφρ |
| | είμαι εδώ για να μείνω έκφρ |
be in labor (US), be in labour (UK) v expr | (be in process of giving birth) | γεννάω, γεννώ ρ αμ |
| (επίσημο) | έχει ξεκινήσει ο τοκετός έκφρ |
be in the driver's seat, take the driver's seat, have the driver's seat, be in the driving seat v expr | figurative (have control) (μεταφορικά) | παίρνω τα ηνία, κρατάω το τιμόνι έκφρ |
| If he thinks he can lead the team better, let him have the driver's seat. |
be in touch v expr | informal (stay in contact) | κρατάω επαφή περίφρ |
| Are you two still in touch? |
| Έχετε κρατήσει επαφή; |
be in touch v expr | informal (make contact) (καθομ, μεταφορικά: προφορικά) | μιλάω ρ αμ |
| | τα λέμε έκφρ |
| (με οποιοδήποτε τρόπο) | επικοινωνώ ρ αμ |
| We'll be in touch soon. |
| Μιλάμε σύντομα. |
be in touch with [sb] v expr | informal (make contact) | επικοινωνώ με κπ περίφρ |
| Have you been in touch with her recently? |
be in touch with [sb] v expr | informal (habitually be in contact) | κρατάω επαφή με κπ, είμαι σε επαφή με κπ περίφρ |
| Are you still in touch with your friends from high school? |
| Έχεις κρατήσει επαφή με τους φίλους σου από το λύκειο; |
be in with [sb] v expr | informal (be friendly with) | έχω φιλικές σχέσεις με κπ, τα πάω καλά με κπ έκφρ |