Σε αυτή τη σελίδα: heavy handed, heavy-handed

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heavy handed adj (too forceful)το παρακάνω έκφρ
 I was heavy-handed with the salt and my bread came out tasting unpleasant.
 Το παράκανα με το αλάτι και το ψωμί μου δεν έχει καλή γεύση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heavy-handed adj figurative (severe, oppressive)καταπιεστικός επίθ
  αυστηρός επίθ
 My heavy-handed father was always quick to dole out punishment.
heavy-handed adj figurative (clumsy)αδέξιος επίθ
  (καθομιλουμένη)ατσούμπαλος επίθ
 This essay was nothing but a heavy-handed critique of a complex issue.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση heavy handed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «heavy handed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!