Σε αυτή τη σελίδα: following on from, follow on

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
following on from [sth] expr (subsequent to)μετά από, ύστερα από περίφρ
  σε συνέχεια έκφρ
following on from [sth] expr (as a further development of)βασίζομαι σε περίφρ
  είμαι συνέχεια του περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
follow on vi phrasal (be a consequence)προκύπτω ως συνέπεια ρ αμ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 It follows on that any rise in taxes must be accompanied by an improvement in services.
follow on from [sth] vi phrasal + prep (be the next step)ακολουθώ ρ αμ
  (με γενική)έπομαι ρ αμ
  είμαι συνέχεια ρ έκφρ
 This action follows on from the decision taken last month.
follow on vi phrasal (come after [sb], walk behind [sb])ακολουθώ ρ αμ
 You two go ahead while I tie my shoelace, and I'll follow on.
follow-on adj (occurring next)που επακολουθεί, που ακολουθεί περίφρ
  επόμενος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
follow-on n (thing that comes next)αυτό που ακολουθεί
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
follow-on n (cricket)follow on ουσ ουδ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'following on from' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση following on from στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «following on from».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!