WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| follow-up n | (further communication) (επαγγελματικό) | follow up ουσ ουδ άκλ |
| Σχόλιο: Συνήθως αποδίδεται με κατάλληλη ρηματική έκφραση, π.χ. Ο πωλητής επικοινώνησε ξανά με τον Ράϊαν. |
| | Ryan received a follow-up from the salesman. |
| follow-up n | (news item: further information) | επιπλέον πληροφορία επίθ + ουσ θηλ |
| | | follow up ουσ ουδ άκλ |
| | The newspaper printed a follow-up to the previous day's story. |
| follow-up n | (doctor's visit) | επαναληπτική εξέταση επίθ + ουσ θηλ |
| | | επανεξέταση ουσ θηλ |
| | (ζαργκόν: ιατρική) | follow up ουσ ουδ άκλ |
| | Ron had to go to the doctor for a follow-up. |
| | Ο Ρον έπρεπε να πάει στον γιατρό για μια επαναληπτική εξέταση. |
| follow-up adj | (visit, call: further) (κάποιου πράγματος) | σε συνέχεια περίφρ |
| | (επιπλέον στοιχεία, ερωτήσεις) | συμπληρωματικός επίθ |
| | Tom sent a follow-up message to Jim. |
| | Ο Τομ έστειλε ένα συμπληρωματικό μήνυμα στον Τζιμ. |
| follow-up n | (work: successor) | συνέχεια ουσ θηλ |
| | This novel is a follow-up to the author's first book, published 20 years ago. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Phrasal verbs
|
| follow up vi phrasal | (take next step) (με κάτι, κάνοντας κάτι) | συνεχίζω, προχωρώ ρ αμ |
| | The young gymnast performed a dive roll, and did a cartwheel to follow up. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το κοριτσάκι έκανε ένα κατακόρυφο και συνέχισε με μια ανάποδη τούμπα για να εντυπωσιάσει τον μπαμπά του. |
| follow up on [sth] vtr phrasal insep | (investigate) | ερευνώ ρ μ |
| | (μεταφορικά: στοιχείο) | ακολουθώ ρ μ |
| | The detective followed up on the lead. |
| | Ο αστυνομικός ερεύνησε τα στοιχεία. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: