fictionalized

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfɪkʃənəlaɪzd/

From the verb fictionalize: (⇒ conjugate)
fictionalized is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v past (US & UK)
v past p (US & UK)
Σε αυτή τη σελίδα: fictionalized, fictionalize

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fictionalized adj (made into fiction)δραματοποιημένος μτχ πρκ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fictionalize [sth],
also UK: fictionalise [sth]⇒
vtr
(write a dramatized version)μυθιστορηματοποιώ ρ μ
 The author fictionalized some of the events to protect the privacy of the victims.
 Ο συγγραφέας μυθιστορηματοποίησε κάποια από τα γεγονότα για να προστατεύσει την προσωπική ζωή των θυμάτων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fictionalized στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fictionalized».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!