WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
feel guilty vi + adj (feel responsible)νιώθω ενοχές περίφρ
  αισθάνομαι ενοχές περίφρ
 I feel guilty when I think of all the things my parents sacrificed for me.
feel guilty about [sth] v expr (feel regretful about [sth])αισθάνομαι ενοχές για κτ περίφρ
  νιώθω ενοχές για κτ περίφρ
 I feel guilty about my bad behaviour.
feel guilty for doing [sth],
feel guilty about doing [sth]
v expr
(feel responsible, regretful)νιώθω ενοχές που έκανα κτ, αισθάνομαι ενοχές που έκανα κτ έκφρ
  νιώθω τύψεις που έκανα κτ, αισθάνομαι τύψεις που έκανα κτ έκφρ
 I felt guilty for cheating on the test.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
make [sb] feel guilty v expr (cause [sb] to feel blame)κάνω κπ να νιώσει τύψεις, κάνω κάποιον να νιώσει ένοχος έκφρ
 My friend made me feel guilty because I took so long to get ready that we missed the bus.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'feel guilty' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση feel guilty στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «feel guilty».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!