excursion

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪkˈskɜːrʃən/, /ɪkˈskɜːrʒən/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ɪkˈskɝʒən/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ik skûr′zhən, -shən)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
excursion n (outing, trip)εκδρομή ουσ θηλ
 This morning's excursion to the next village was fun.
 Η εκδρομή που κάναμε σήμερα το πρωί στο διπλανό χωριό ήταν διασκεδαστική.
excursion n (organized outing)εκδρομή ουσ θηλ
  (πιο μακριά, μεγαλύτερη διάρκεια)ταξίδι ουσ ουδ
 The club is planning an excursion to New York next month.
 Τον επόμενο μήνα ο σύλλογος οργανώνει ένα ταξίδι για Νέα Υόρκη.
excursion n figurative (departure, digression)που ξεφεύγει από το θέμα
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Grandad interrupted the story to take a little excursion into his memories of the war.
 Ο παππούς διέκοψε την ιστορία και ξέφυγε από το θέμα για να κάνει μια αναδρομή στις αναμνήσεις του από τον πόλεμο.
excursion n technical (movement)μη διαθέσιμη μετάφραση
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
lunar module,
lunar excursion module
n
(spacecraft used for moon landing)σεληνάκατος ουσ θηλ
 Armstrong stepped out of the lunar module onto the surface of the moon.
painting excursion n (trip or outing for artmaking purposes)εκδρομή για ζωγραφική περίφρ
school excursion n (outing for school pupils)σχολική εκδρομή επίθ + ουσ θηλ
  εκδρομή ουσ θηλ
  (με σκοπό τη μάθηση)εκπαιδευτική εκδρομή επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)εκπαιδευτική επίθ ως ουσ θηλ
 The students were treated to a school-excursion to view dinosaur bones at the museum.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'excursion' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an excursion to [Mt. Hood], out on a [school, nature] excursion, an excursion out into nature, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση excursion στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «excursion».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!