• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
escalate vi (argument, conflict: intensify) (καυγάς)κλιμακώνομαι, οξύνομαι ρ αμ
 The critical newspaper article caused the argument to escalate.
 Το επικριτικό άρθρο της εφημερίδας έκανε τη διαμάχη να οξυνθεί.
escalate [sth] vtr (conflict: intensify) (πόλεμος)κλιμακώνω, οξύνω ρ μ
  (καθομιλουμένη)χειροτερεύω ρ μ
 He was criticized when he spoke out in favour of escalating the war.
 Δέχθηκε κριτική όταν εκφράστηκε υπέρ του να κλιμακωθεί ο πόλεμος.
escalate [sth] vtr (IT: prioritize) (Η/Υ)αναπροσαρμόζω ρ μ
 Some users have authority to escalate their jobs in the queue.
 Ορισμένοι χρήστες έχουν την άδεια να αναπροσαρμόζουν τις εργασίες τους όταν βρίσκονται στην ουρά αναμονής.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
escalate [sth] vtr (forward to higher level)παραπέμπω σε ανώτερο περίφρ
  (καθομιλουμένη)πάω πιο πάνω περίφρ
 When my manager ignored my complaint, I escalated the matter.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
de-escalate [sth],
deescalate [sth]
vtr
(lessen in scale, intensity)αποκλιμακώνω ρ μ
de-escalate,
deescalate
vi
(become less in scale, intensity)αποκλιμακώνομαι ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση escalating στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «escalating».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!