WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| escalate⇒ vi | (argument, conflict: intensify) (καυγάς) | κλιμακώνομαι, οξύνομαι ρ αμ |
| | The critical newspaper article caused the argument to escalate. |
| | Το επικριτικό άρθρο της εφημερίδας έκανε τη διαμάχη να οξυνθεί. |
| escalate [sth]⇒ vtr | (conflict: intensify) (πόλεμος) | κλιμακώνω, οξύνω ρ μ |
| | (καθομιλουμένη) | χειροτερεύω ρ μ |
| | He was criticized when he spoke out in favour of escalating the war. |
| | Δέχθηκε κριτική όταν εκφράστηκε υπέρ του να κλιμακωθεί ο πόλεμος. |
| escalate [sth] vtr | (IT: prioritize) (Η/Υ) | αναπροσαρμόζω ρ μ |
| | Some users have authority to escalate their jobs in the queue. |
| | Ορισμένοι χρήστες έχουν την άδεια να αναπροσαρμόζουν τις εργασίες τους όταν βρίσκονται στην ουρά αναμονής. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| escalate [sth] vtr | (forward to higher level) | παραπέμπω σε ανώτερο περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | πάω πιο πάνω περίφρ |
| | When my manager ignored my complaint, I escalated the matter. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: