enabling

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈeɪbəlɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(en ābling)

From the verb enable: (⇒ conjugate)
enabling is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: enabling, enable

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enabling adj (making [sth] possible)που διευκολύνει περίφρ
  που κάνει κτ πιο εύκολο περίφρ
  που κάνει κτ εφικτό περίφρ
  που επιτρέπει κτ περίφρ
 Being unemployed is having an enabling effect on Matt's addiction to gaming.
 Το γεγονός ότι είναι άνεργος διευκολύνει τον εθισμό του Ματ στα ηλεκτρονικά παιχνίδια.
enabling adj (making [sth] usable)που ενεργοποιεί περίφρ
  που επιτρέπει περίφρ
  (σε γενική)ενεργοποίησης ουσ θηλ
 Please ensure the correct enabling software is installed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enable [sth] vtr (computers: turn on feature)ενεργοποιώ ρ μ
 She enabled the compression feature of the software.
 Ενεργοποίησε την επιλογή συμπίεσης του λογισμικού.
enable [sb] to do [sth] v expr (empower, make able to do)επιτρέπω ρ μ
  (να γίνει κάτι)παρέχω τη δυνατότητα, δίνω τη δυνατότητα έκφρ
  διευκολύνω ρ μ
  βοηθάω ρ μ
 The knife enabled him to cut open the box.
 Το μαχαίρι του έδωσε τη δυνατότητα να ανοίξει το κουτί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enable [sth] vtr (make possible)δίνω την ευκαιρία περίφρ
  παρέχω δυνατότητα περίφρ
  επιτρέπω ρ μ
 This evidence enables a fresh look at the case.
 Τα στοιχεία δίνουν την ευκαιρία να ρίξουμε μια νέα ματιά στην υπόθεση.
 Τα στοιχεία παρέχουν τη δυνατότητα να ρίξουμε μια νέα ματιά στην υπόθεση.
enable vtr (law: authorize)επιτρέπω ρ μ
 This law enables you to withhold your rent if your landlord fails to fix the problem.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
enabling | enable
ΑγγλικάΕλληνικά
enabling act n (legislative act conferring certain power)πράξη εξουσιοδότησης φρ ως ουσ θηλ
  εξουσιοδοτική πράξη επίθ + ουσ θηλ
  εξουσιοδότηση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'enabling' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enabling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «enabling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!