doting

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdəʊtɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(dō′ting)

From the verb dote: (⇒ conjugate)
doting is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: doting, dote

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doting adj (excessively loving) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)χαζο- α' συνθετικό
  που λατρεύει κπ περίφρ
  που υπεραγαπά κπ περίφρ
Σχόλιο: Συνήθεις χρήσεις: χαζομαμά, χαζομπαμπάς, χαζοπαππούς, χαζογιαγιά.
 The child's doting parents were constantly spoiling him.
 Οι χαζογονείς του παιδιού τού έκαναν συνεχώς όλα τα χατίρια.
 Οι γονείς του παιδιού, που το λάτρευαν, του έκαναν συνεχώς όλα τα χατίρια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dote on [sb] vi + prep (lavish affection)λατρεύω, υπεραγαπώ ρ μ
  έχω υπερβολική αδυναμία σε κπ έκφρ
 John dotes on his daughter and spoils her rotten.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση doting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «doting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!