• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
donate [sth]⇒ vtr (money: give)κάνω δωρεά κτ έκφρ
  προσφέρω ρ μ
 These days, the easiest way to donate money is online.
donate [sth] to [sb/sth] vtr + prep (money: give)κάνω δωρεά κτ σε κπ/κτ περίφρ
  (όχι χρήματα)δωρίζω κτ σε κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)δίνω κτ σε κπ/κτ ρ μ + πρόθ
 They donated $100 to the Red Cross.
 Έκαναν δωρεά 100 δολάρια στον Ερυθρό Σταυρό.
donate [sth] for [sth] vtr + prep (things: give, contribute)δωρίζω, χαρίζω ρ μ
  προσφέρω ρ μ
 Thanks to all the local businesses who donated prizes for today's raffle.
 Ευχαριστούμε όλες τις τοπικές επιχειρήσεις που προσέφεραν βραβεία για τη σημερινή κλήρωση.
donate [sth] vtr (things: give, contribute)δωρίζω, χαρίζω ρ μ
  (συγκεκριμένος σκοπός)δίνω σε φιλανθρωπίες έκφρ
  δίνω σε φιλανθρωπικό ίδρυμα έκφρ
 Erin often donates items she no longer uses.
donate [sth] to [sth] vtr + prep (things: give, contribute)δωρίζω κτ σε κτ, χαρίζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)δίνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 Thousands of people have donated clothes to the charity appeal.
donate to [sth] vi + prep (give money, clothes, etc.)κάνω δωρεά σε κτ περίφρ
  συνεισφέρω σε κτ ρ αμ
  (καθομ: χρήματα, πράγματα)δίνω σε κτ περίφρ
 I donate to charity regularly.
 Κάνω τακτικά δωρεές σε φιλανθρωπικές οργανώσεις.
donate⇒ vtr (things: give to charity)δίνω κτ σε φιλανθρωπικό ίδρυμα περίφρ
  δωρίζω κτ σε κπ/κτ, χαρίζω κτ σε κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)δίνω κτ σε κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  (χωρίς λεπτομέρειες)δίνω, χαρίζω ρ μ
 If you don't want these toys anymore, let's donate them.
 Αν δε θέλεις αυτά τα παιχνίδια πια, ας τα δώσουμε σε φιλανθρωπικό ίδρυμα.
 Αν δε θέλεις αυτά τα παιχνίδια πια, ας τα δώσουμε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
donate vi (give money, clothes, etc.)κάνω δωρεά περίφρ
 I was moved by the appeal for a children's charity and decided to donate.
donate [sth]⇒ vtr (time: devote)αφιερώνω ρ μ
 We need volunteers who can donate five hours a week.
donate [sth] vtr (blood: give)δίνω ρ μ
 There is now extensive screening of people who donate blood.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'donating' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση donating στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «donating».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!