Σε αυτή τη σελίδα: deactivated, deactivate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deactivated adj (made not active anymore)απενεργοποιημένος μτχ πρκ
deactivated adj (bomb, etc.: made ineffective)αφοπλισμένος μτχ πρκ
deactivated adj US, figurative (military: disbanded unit)απενεργοποιημένος μτχ πρκ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deactivate [sth] vtr (bomb: defuse) (εκρηκτικό μηχανισμό)απενεργοποιώ, εξουδετερώνω ρ μ
 The bomb squad worked to deactivate the device.
deactivate [sth] vtr (mechanism: make inactive)απενεργοποιώ ρ μ
 All of my credit cards have mysteriously been deactivated.
deactivate [sth] vtr US, figurative (military unit: disband)διαλύω ρ μ
 The general decided to deactivate the special ops unit.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση deactivated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «deactivated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!