• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: crashing, crash

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crashing adj informal (complete, utter)εντελώς επίρ
  παντελώς επίρ
 I can't stand listening to Peter talk; he's a crashing bore.
crashing adj (exceptional)τέλεια, εκπληκτικά επίρ
 The music festival was such a crashing success that the organisers have decided to make it an annual event.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crash vi (collide with [sth](αυτοκίνητο)παθαίνω ατύχημα ρ αμ
  (καθομιλουμένη)τρακάρω ρ αμ
  (σπανιότερα)συγκρούομαι ρ αμ
Σχόλιο: Το ρήμα «συγκρούομαι» συνήθως ακολουθείται από το «με...»
 If you drive too fast, you'll crash.
 Αν οδηγείς πολύ γρήγορα, θα τρακάρεις.
crash into [sb/sth] vi + prep (collide violently)συγκρούομαι με κπ/κτ ρ αμ + προθ
  πέφτω πάνω σε κπ/κτ περίφρ
  (καθομιλουμένη)τρακάρω με κπ/κτ ρ αμ + προθ
 A drunk driver crashed into the side of the house.
 The skier crashed into the other skier.
 Ένας μεθυσμένος οδηγός συγκρούστηκε με το πλαϊνό μέρος του σπιτιού.
 Ο σκιέρ έπεσε πάνω στον άλλο σκιέρ.
crash [sth] vtr (vehicle: cause to collide)τρακάρω ρ μ
 Roger crashed his bike and had to retire from the race.
 Ο Ρότζερ τράκαρε τη μοτοσυκλέτα του και έπρεπε να αποσυρθεί απ' τον αγώνα.
crash [sth] into [sth] vtr + prep (vehicle: cause to collide with [sth])τρακάρω ρ μ
  (πάνω σε κάτι)ρίχνω ρ μ
  (με κάτι)πέφτω ρ αμ
 He crashed his car into a tree.
 Τράκαρε το αυτοκίνητό του σε ένα δέντρο.
 Έριξε το αυτοκίνητό του σε ένα δέντρο.
 Έπεσε με το αυτοκίνητό του σε ένα δέντρο.
crash vi (fall, break loudly) (χτυπώ και σπάω)γίνομαι κομμάτια ρ έκφρ
  (κάνω θόρυβο)πέφτω με θόρυβο, χτυπάω με θόρυβο περίφρ
  (επίσημο)συντρίβομαι ρ αμ
  θρυμματίζομαι ρ αμ
 The clock crashed to the ground when it fell off the wall.
 Το ρολόι έπεσε από τον τοίχο κι έγινε κομμάτια.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το αεροπλάνο έπεσε και συνετρίβη στη βουνοπλαγιά.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η τζαμαρία θρυμματίστηκε με πάταγο.
crash n (collision)σύγκρουση, πρόσκρουση ουσ θηλ
  (καθομ: αυτοκίνητα)τρακάρισμα ουσ ουδ
 The crash made a loud noise.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η σύγκρουση (or: πρόσκρουση) ήταν μετωπική και απέβη μοιραία.
crash n (loud noise)κρότος, πάταγος ουσ αρσ
  δυνατός θόρυβος επίθ + ουσ αρσ
 They heard a crash in the kitchen.
 Άκουσαν έναν κρότο στην κουζίνα.
crash n (finance: fall) (οικονομία)κραχ ουσ ουδ άκλ
 The crash of 1929 was one of the worst ever.
 Το κραχ του 1929 ήταν το χειρότερο όλων των εποχών.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crash adj informal (course: intense, rapid)εντατικός επίθ
  ταχύρρυθμος επίθ
 He took a crash course in Spanish before going to Mexico.
crash n (aviation: violent landing)πρόσκρουση ουσ θηλ
 The crash broke the plane in two.
crash vi (fail suddenly)καταρρέω ρ αμ
 The stock market crashed in 1929.
crash vi (computer: stop working)κρασάρω ρ αμ
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)τα παίζω έκφρ
 Windows® crashed again. I need to reboot.
crash vi figurative, slang (sleep) (αργκό)την πέφτω έκφρ
  (καθοιλουμένη)κοιμάμαι ρ αμ
 He crashed at my house Saturday night.
 Την έπεσε σπίτι μου το Σάββατο το βράδυ.
crash vi figurative, slang (fall asleep) (αργκό)τον παίρνω έκφρ
  πέφτω ξερός έκφρ
  (καθομιλουμένη)με παίρνει ο ύπνος έκφρ
 I just crashed when I got home, and woke up four hours later.
crash against [sth] vi + prep (hit hard)πέφτω με δύναμη σε κτ έκφρ
  χτυπάω με δύναμη κτ έκφρ
  (κύματα)σπάω πάνω σε κτ έκφρ
 Waves crashed against the shore.
crash [sth] vtr (knock violently) (με δύναμη)χτυπάω ρ μ
  (καθομιλουμένη)κοπανάω ρ μ
 They crashed their heads together.
 Χτύπησαν τα κεφάλια τους μεταξύ τους.
 Κοπάνησε ο ένας το κεφάλι του άλλου.
crash [sth] vtr (break, smash [sth])σπάω ρ μ
  θρυμματίζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)κομματιάζω ρ μ
  κάνω θρύψαλλα περίφρ
 He crashed the vase against the wall.
 Έσπασε το βάζο πάνω στον τοίχο.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο αέρας που φύσηξε θρυμμάτισε το μικρό γυάλινο διακοσμητικό στην αυλή.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο αέρας που φύσηξε κομμάτιασε το μικρό γυάλινο διακοσμητικό στην αυλή.
crash [sth] vtr slang (enter uninvited) (κάπου αλλού)πηγαίνω απρόσκλητος περίφρ
  (εδώ)έρχομαι απρόσκλητος περίφρ
 That guy wasn't invited. He just crashed the party.
 Ο τύπος δεν ήταν καλεσμένος. Απλά πήγε απρόσκλητος.
 Ο τύπος δεν ήταν καλεσμένος. Απλά ήρθε απρόσκλητος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
crash | crashing
ΑγγλικάΕλληνικά
crash out vi phrasal (go to sleep quickly)με παίρνει ο ύπνος έκφρ
  (αργκό)λιώνω ρ αμ
 The tired toddler crashed out as soon as his mother put him to bed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
crash | crashing
ΑγγλικάΕλληνικά
car crash n (automobile accident)αυτοκινητιστικό ατύχημα ουσ ουδ
 The driver was killed in the car crash but the passenger survived.
computer crash n (computing: system failure) (καθομιλουμένη)κρασάρισμα του υπολογοιστή περίφρ
  κατάρρευση συστήματος υπολογιστή περίφρ
 My computer crash was caused by a bug in the operating system.
crash a party v expr slang (attend uninvited)εμφανίζομαι σε πάρτυ ακάλεστος περίφρ
 The hooligans decided to crash a party and cause trouble.
 Οι χούλιγκαν αποφάσισαν να εμφανιστούν στο πάρτυ ακάλεστοι και να κάνουν φασαρία.
crash barrier n UK (safety fence at side of road)προστατευτικό κιγκλίδωμα επίθ + ουσ ουδ
crash cart (emergency cart)καροτσάκι ιατρικού εξοπλισμού για επείγοντα περιστατικά
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
crash course n (intensive course)ταχύρρυθμο μάθημα επίθ + ουσ ουδ
 Rita took a crash course in ASL so she could communicate better with her Deaf client.
crash down vi + adv (collapse, fall)πέφτω, καταρρέω, συντρίβομαι, τσακίζομαι ρ αμ
 After they detonated the explosives, the old bridge crashed down into the ravine.
crash helmet n (protective headgear)κράνος ουσ ουδ
 Crash helmets have saved many a motorcyclist's life.
 Τα κράνη έχουν σώσει πολλές ζωές μοτοσυκλετιστών.
crash landing n (aircraft: emergency descent)αναγκαστική προσγείωση επίθ + ουσ θηλ
crash mat n (safety mattress, foam pad) (γυμναστική: προσγειώσεις)στρώμα ουσ ουδ
crash out of [sth] v expr (competition: lose)ηττώμαι ρ αμ
  χάνω ρ μ
 It was a surprise to everyone when the favorites crashed out of the World Cup in the first round.
crash pad n (safety mattress)στρώμα ουσ ουδ
crash pad n US: slang (temporary home)μέρος για να αράξω περίφρ
  (αργκό)την πέφτω κάπου έκφρ
 My cousin lives two blocks from here, we can use his place as a crash pad.
 Ο ξάδερφός μου μένει δυο τετράγωνα πιο κάτω, μπορούμε να την πέσουμε στο σπίτι του.
crash-land vi (make emergency landing)κάνω αναγκαστική προσγείωση περίφρ
crash-land [sth] vtr (aircraft: land in an emergency)κάνω αναγκαστική προσγείωση περίφρ
plane crash n (aircraft accident)αεροπορικό ατύχημα ουσ ουδ
 A stone memorial commemorates the plane crash of 1981.
train wreck (US),
train crash (UK)
n
(railroad accident)σιδηροδρομικό ατύχημα επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'crashing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crashing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «crashing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!