• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'crackers' παραπέμπει στον όρο 'cracker'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'crackers' is cross-referenced with 'cracker'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cracker n (food: dry biscuit)κράκερ ουσ ουδ άκλ
  κρακεράκι ουσ ουδ
  (παλαιό)γαλέτα ουσ θηλ
 I like to eat crackers with my soup.
 Μου αρέσει να τρώω κράκερ με τη σούπα μου.
cracker n UK (Christmas cracker)Βρεταννικά Χριστουγεννιάτικα κράκερς
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Claire and her brother pulled on the cracker, and it came apart with a 'pop'.
cracker n (computing: hacker)χάκερ ουσ αρσ/θηλ άκλ
  (καθομιλουμένη)χακεράς ουσ αρσ
 Several convicted crackers now advise companies on computer security.
 Αρκετοί καταδικασμένοι χάκερ συμβουλεύουν τώρα εταιρείες σε θέματα ασφάλειας υπολογιστών.
cracker n US, slang, pejorative (poor white person)λευκός φτωχός επίθ ως ουσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Some people think that all white southerners are uneducated crackers.
cracker n US, slang (white person)λευκός επίθ ως ουσ
  (αποδοκιμασίας, σπάνιο)ασπρουλιάρης επίθ ως ουσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Because of the racism he had suffered, Bryan never felt comfortable around crackers.
 Εξαιτίας του ρατσισμού που υπέστη, ο Μπράιαν ποτέ δεν ένιωθε άνετα ανάμεσα σε λευκούς.
a cracker n slang ([sth] excellent) (αργκό, μτφ: τέλειος)άπαιχτος επίθ
  (αργκό, μτφ)δεν υπάρχει, τα σπάει έκφρ
 I always enjoy that show, but the last episode was a cracker!
 Πάντα μου αρέσει αυτή η σειρά, αλλά το τελευταίο επεισόδιο ήταν άπαιχτο!
crackers adj UK, slang (crazy) (καθομιλουμένη)τρελός επίθ
  (αργκό, μεταφορικά)που το έχει χάσει, που του έχει στρίψει η βίδα έκφρ
 You must be crackers to think that'll work!
 Πρέπει να είστε τρελοί που νομίζετε πως αυτό θα πιάσει!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
animal cracker n (biscuit)μπισκότο σε σχήμα ζώου
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Children seem to enjoy biting the heads off animal crackers.
Christmas cracker n UK (containing gifts or jokes)Christmas cracker ουσ ουδ άκλ
cracker-barrel n as adj US, figurative, informal (homely, rustic)χωριάτικος, επαρχιώτικος επίθ
 His cracker-barrel style quickly changed to polished sophistication after his election.
cream cracker biscuit,
cream cracker
n
(savory biscuit)κριμ κράκερ ουσ ουδ άκλ
  cream cracker ουσ ουδ άκλ
firecracker,
cracker
n
(small firework)κροτίδα ουσ θηλ
  βαρελότο ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)δυναμιτάκι ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)μπομπάκι ουσ ουδ
 The dog hides under the bed when firecrackers go off.
graham crackers npl US (crisp wholewheat biscuits)μπισκότο ολικής άλεσης που θυμίζει κράκερ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 I always put cheese on graham crackers.
safecracker,
safe-cracker,
safe cracker,
safebreaker,
safe-breaker,
safe breaker
n
(law: [sb] who breaks into safes)διαρρήκτης χρηματοκιβωτίων φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: UK: went crackers (when), UK: go crackers under the [pressure, stress], UK: (has gone) completely crackers, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crackers στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «crackers».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!