corrective

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəˈrɛktɪv/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kə rektiv)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
corrective adj (remedial)διορθωτικός επίθ
 If you make a typo, you can quickly correct it with some corrective fluid.
corrective adj (disciplinary)πειθαρχικός επίθ
 If you don't follow the rules, we will be forced to take corrective measures.
corrective n (action to rectify [sth])διορθωτικό μέτρο επίθ + ουσ ουδ
  διορθωτική ενέργεια επίθ + ουσ θηλ
 Correctives are given to kids who break the rules.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
corrective action n ([sth] done to rectify [sth](μεταφορικά)διορθωτική κίνηση επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'corrective' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση corrective στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «corrective».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!