WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| cornerstone n | figurative (basis, primary thing) (μεταφορικά) | ακρογωνιαίος λίθος φρ ως ουσ αρσ |
| | The speaker said that education is the cornerstone of a successful life. |
| | Ο ομιλητής είπε πως η παιδεία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος μιας πετυχημένης ζωής. |
| cornerstone n | (building) | ακρογωνιαίος λίθος επίθ + ουσ αρσ |
| | The mayor will lay the cornerstone for the new fire station tomorrow. |
| | Ο δήμαρχος θα βάλει τον ακρογωνιαίο λίθο για τον καινούργιο πυροσβεστικό σταθμό αύριο. |