WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
contour n (outline of a shape)περίγραμμα ουσ ουδ
 Ahead we could see the contour of a building through the fog.
 Μπροστά μπορούσαμε να δούμε το περίγραμμα ενός κτιρίου μέσα από την ομίχλη.
contour n (line on map)ισοϋψής καμπύλη επίθ + ουσ θηλ
  ισοϋψής επίθ ως ουσ θηλ
 Contours connect points with equal elevation.
contour n (shape, form)περίγραμμα ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)γραμμή ουσ θηλ
 The tourists followed the contour of the mountain to the horizon with their eyes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
contour line n (line on map: indicates elevation)ισοϋψής καμπύλη, ισοϋψής γραμμή επίθ + ουσ θηλ
  ισοϋψής επίθ ως ουσ θηλ
contour plan n (drawing: land contours)τοπογραφικό επίθ ως ουσ ουδ
  τοπογραφικό διάγραμμα φρ ως ουσ ουδ
  (μεγάλη περιοχή)τοπογραφικός χάρτης φρ ως ουσ αρσ
contour plot n (drawing: curves indicate land) (δείχνει υψόμετρο)ισοϋψής επίθ ως ουσ θηλ
 Contour plots are used on maps to show the elevation of the land.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'contoured' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση contoured στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «contoured».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!