Σε αυτή τη σελίδα: consoling, console

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
consoling adj (comforting)παρηγορητικός επίθ
 "Hush, it's all right," the woman said in a consoling voice.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
console n (games: control unit)κονσόλα ουσ θηλ
  παιχνιδομηχανή ουσ θηλ
 What kind of console will this game work on?
 Σε ποια κονσόλα δουλεύει αυτό το παιχνίδι;
console n (car: storage compartment)κονσόλα ουσ θηλ
  (ζαργκόν)τεμπέλης ουσ αρσ
  (πιο απλά)ντουλαπάκι ουσ ουδ
 See if my sunglasses are in the console.
console [sb] vtr (comfort emotionally)παρηγορώ ρ μ
 Try to console the children while I cook something.
 Προσπάθησε να παρηγορήσεις τα παιδιά, ενώ εγώ θα μαγειρεύω κάτι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
console | consoling
ΑγγλικάΕλληνικά
game console,
games console
n
(electronic game device)κονσόλα παιχνιδιών φρ ως ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)παιχνιδοκονσόλα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση consoling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «consoling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!